Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο ποιητής


Ο ποιητής

Ολόκληρος είναι ένα ταξίδι
Τα μάτια του θάλασσες
                              φουρτουνιασμένες                                 
Αέρινος
         συντροφεύει τα πουλιά
                    με όνειρα και χαρταετούς
Ξεχορταριάζει της γλώσσας
                                          τα μονοπάτια                              

Τρέχει καβάλα σε δύο άλογα
Ισορροπώντας στις χαράδρες
                                     της αμφισημίας
Με τις στερήσεις του,
          βάζει φωτιές στους πόθους του
Διώχνει τα σκοτάδια λάμποντας
                Σκορπάει φωτιά και στάχτη

Στο δισάκι του κουβαλάει πουλιά
                                 και τριαντάφυλλα
Άλικα λουλούδια
                    ροδοπέταλα του ανέμου

Ανοίγει τα ρόδια της ροδιάς
Οργώνει και σπέρνει δόντια
                    να φυτρώσουν οι δράκοι
Για να λογχίζουν οι καβαλάρηδες
                              στα εικονοστάσια

Αφρίζει το κύμα στα βράχια
Χτυπιέται η ψυχή του
                       στο αμόνι της αδικίας
Και το σώμα του παρακολουθεί
                                            ανήμπορο
Οι στερήσεις του έγιναν
                                      φωτοστέφανο
                 και οι πόθοι του κεραυνοί
Κοιμάται για να ζήσει
                Ξυπνάει για να ονειρευτεί

Αφήστε τον να τραγουδήσει
                                  την μοναξιά του
Στην ψυχή του φωλιάζει
                                            ο θάνατος
Είναι ποιητής, πονάει δοξάστε τον
    Πιάστε του το χέρι λυτρώστε τον


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Το βότσαλο και η ορμή του


Το βότσαλο και η ορμή του

Το σκοτάδι είναι πανταχού παρών
                μέσα κι έξω, είναι ο κανόνας
Το σκοτάδι είναι ο καμβάς
                      που προκαλεί τις πινελιές 
είναι ο δρόμος κι ο ταξιδιώτης μαζί
                         που χάνονται στη νύχτα
είναι η νύχτα κι η μέρα μαζί
                          που χάνονται στο χρόνο
Το σκοτάδι είναι ο χρόνος
                            χωρίς τα δευτερόλεπτα
Το σκοτάδι είναι η τάξη
μια θάλασσα δίχως κύματα, η νηνεμία

Όμως  το λάθος του σκοταδιού 
                                      είναι που φωτίζει
το λάθος της ανυπαρξίας
                    είναι που ποιεί την ύπαρξη
Το λάθος είναι
το βότσαλο και η ορμή του
                 που προκαλούν την τρικυμία
Ω άρνηση της άρνησης
Ω εξαίρεση του κανόνος
                 εσύ δίνεις ζωή κι αυτογνωσία
Γι αυτό
           άξιον εστί το λάθος του ερέβους
που κατακρημνίζεται
                      και ανατέλλει ζείδωρο φως
ή μήπως και πρόκειται για εσκεμμένη
                           αυτοχειρία της μοναξιάς
που ψάχνει το κλάσμα που της λείπει;

Πρέπει να περπατήσεις
                  με το μπαστούνι του τυφλού
στα σκοτεινά μονοπάτια τ’ ουρανού
           να σ’ αλυχτάνε τα ουρανόσκυλα
Πρέπει να νοιώσεις την παγωνιά
                                               της μοναξιάς
αριστερά στο μέρος της καρδιάς
Πρέπει να καταβροχθίσεις
                                               πολύ σκοτάδι
για ν’ απολαύσεις την αστροφεγγιά


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Στην τάξη


Στην τάξη
                      
Η Αθανασία κοίταζε εκστατική
και στα μάτια της έλαμπαν
       οι μάχες των προγόνων της
Μίλαγε σαν καρδερίνα
       με φωνές χιλιάδων σοφών
Κελαηδούσε ο Πλάτωνας
                              κι ο Αριστοτέλης
κι η κιμωλία έγραφε
έγραφε σε γραμμική γραφή
                          
Η Αθανασία μίλαγε
                και τα παιδιά κοιτούσαν
Κοιτούσαν την Αθανασία
ν’ ανεβαίνει  σ’ ένα αερόστατο
           και να φεύγει στην Ιστορία
Να χτίζει ναούς, να δίνει μάχες,
              να ρητορεύει στις αγορές
Τα παιδιά ακολούθησαν
Κι’ έγιναν όλοι
           ένα σμήνος πουλιών
                       στον Αττικό ουρανό

Όμως ο Γιαννάκης
του τελευταίου θρανίου μαθητής
τρεις μέρες νηστικός
                    δεν άντεξε την πτήση
Έλιωσαν στον Ήλιο τα φτερά του
κι έπεσε με γδούπο
                              στην Αττική γη

Από τότε η Αθανασία κοιτάζει
                                         εκστατική
και τα μάτια της σκοτεινιάζει
                           μια βουβή ικεσία:
Σώστε επιτέλους  τα παιδιά
                                    που πεινάνε
οι πρόγονοι σας κοιτάνε
             απ’ τα βάθη της Ιστορίας

                            Γιάννης Ποταμιάνος