Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Οδός Ερμού


Οδός Ερμού 

Όπως κάθε πρωί αυτός ο εργάτης
                     στάθηκε μπρος στον καθρέφτη
πήρε το ξυράφι του και ξυρίστηκε
Μετά άρχισε να κόβει τα δάχτυλά του                                      
    και ένα ένα να τα τυλίγει σε μια πετσέτα

Στο δρόμο συνάντησε ένα γενειοφόρο
- Είμαι ο Μαρξ του είπε, μην ξεχνάς
                             πως εσύ είσαι το αφεντικό
Παρακάτω ο Λένιν μ’ ένα πολυβόλο
                         θέριζε τα «παλαιά ανάκτορα»

Προχώρησε κι έστησε τον πάγκο του
                                                  στην οδό Ερμού
 Έβαλε επάνω τα δάχτυλά του στη σειρά
                                   κι άρχισε να τα πουλάει

Κάποιοι μουσικοί
                               στο απέναντι πεζοδρόμιο
        πουλούσαν τις φωνητικές χορδές τους
Δύο πουδραρισμένοι ηθοποιοί
                                     άσπροι σαν αγάλματα
             στέκονταν ακίνητοι στα βάθρα τους                                                
Ένας λαχειοπώλης στο σταυροδρόμι
                          πουλούσε κομμάτια ελπίδας
Ενώ ένας κουλουρτζής πουλούσε
                          λαχταριστά κομμάτια πείνας
Και λίγο πιο κάτω ένα γραφείο τελετών
                   πουλούσε γνήσιο μαύρο θάνατο
Στην οδό Ερμού όλα πουλιούνται
          υλικά και άυλα, ανθρώπινα και θεϊκά

Ο Μαρξ στο απέναντι πεζοδρόμιο
           τραβάει τα γένια του αγανακτισμένος
και επιμένει:
-Στον καπιταλισμό όλα πουλιούνται
αλλά μην ξεχνάς
                  ο άνθρωπος δεν είναι εμπόρευμα
Όμως αυτός ο εργάτης,
εδώ κι εκατοντάδες χρόνια
          κάθε μέρα κατεβαίνει στην οδό Ερμού
στήνει τον πάγκο του και πουλάει
                                  τα κομμένα δάχτυλά του

Κάποια μέρα πέρασαν κάποιοι αρχάγγελοι
    με τα σπαθιά τους και τις πανοπλίες τους,
τον ρώτησαν ποιος φταίει και οι άνθρωποι
                                          είναι δυστυχισμένοι
Αυτός όμως δεν είχε δάχτυλα στα χέρια του
                           να τους δείξει τον υπεύθυνο
και βγάζοντας μια τρομερή κραυγή
                               τους έδιωξε απ’ την αγορά

Το βράδυ
            γύρισε στο σπίτι του ευχαριστημένος
αυτή η μέρα, του πήγε καλά  
          είχε πουλήσει όλα τα δάχτυλά του  
                                                         σε καλή τιμή

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του
Μια αφίσα του Μαρξ
                                     πάνω απ’ το κεφάλι του
περιμένει να κοιμηθεί
                                για να μπει στο όνειρό του
Ενώ στον απέναντι τοίχο
                          ο Φρόυντ χαμογελάει πονηρά
γιατί ξέρει πως το όνειρο
             θα ορίσει τελικά την πραγματικότητα

Δίπλα του ο Κορνήλιος Καστοριάδης
κουνάει καταφατικά το κεφάλι φωνάζοντας
«η θέσμιση τη κοινωνίας είναι φαντασιακή»

Αργά τα μεσάνυχτα τον πήρε ο ύπνος
την άλλη μέρα στην οδό Ερμού πούλησε 
        και τα υπόλοιπα μέλη του σώματός του
Μόνο την καρδιά του κράτησε απούλητη
                            για να μπορεί να ονειρεύεται

Μήγαρις και πιστεύει
πως το όνειρό του κάποτε
                                    θα γίνει πραγματικότητα;
Μήγαρις κι έχει ακόμα ταξική συνείδηση;
                       Μήγαρις κι υπάρχει ελπίς ακόμη;

                                           7 Οκτωβρίου 2013
                                          Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Βασιλικός πολτός


 Βασιλικός πολτός 

Σε μια ρωγμή του βράχου
      μινυρίζουν τ’ αγριοπερίστερα
                                    τα μυστικά τους
Τα μυστικά του έρωτα
          που αλέθονται στους βράχους
και γίνονται αστερόσκονη
               να φτερουγίζουν στ’ άστρα
                                
Σε μια ρωγμή στο μέτωπό μου
έχτισε ένα μελίσσι τις κερήθρες του
κι έρχονται οι μέλισσες
                        να θησαυρίζουν λέξεις
Λέξεις που μάζεψαν ολημερίς
                                   απ’ τα λουλούδια

Βουίζουν οι μέλισσες σε μια ρωγμή
                                    στο μέτωπό μου
               τακτοποιούν χιλιάδες λέξεις
Και κάπου σε μέρος μυστικό
                            με περισσή φροντίδα
κρύβουν
λέξεις ξεχωριστές που βρήκαν
                                          σε ποιήματα

Εκεί σε μέρος μυστικό
                        με αρχέγονες συνταγές   
ετοιμάζουν οι αρχιμάγειρες
                          μες στα πιθάρια τους
βασιλικό πολτό
                         για τη βασίλισσά τους

Εκεί κι εγώ
     με μια ρωγμή στο μέτωπο
                                               ελλοχεύω
να κλέψω τις πιο όμορφες λέξεις
                                που σου πρέπουν
να γράψω ποίημα, να σου απαγγείλω
                     μια Αυγουστιάτικη νύχτα
                                              με φεγγάρι
σαν τραγουδάει ο τζίτζικας
                     και γλυκολαλεί τ’ αηδόνι

Το καλοκαίρι έφυγε
                          κι ήρθε το φθινόπωρο
σπιλιάδες πήραν τις μέλισσες
                                    κι εσύ δεν ήρθες
κι έμεινα μόνος
      με μια όμορφη ανθοδέσμη λέξεις
και μια ρωγμή στο μέτωπο
                                      να σε περιμένω

Όμως δεν πειράζει, εκεί ψηλά
μες τη ρωγμή του βράχου
              ένα ζευγάρι αγριοπερίστερα
επιμένουν να μινυρίζουν ακόμη
                            το μυστικό μου πόνο
κι ο κρυφός μου έρωτας
                  αλέθεται στους βράχους
να γίνεται αστερόσκονη
               να φεγγοβολάει στ’ αστέρια

                          13 Σεπτεμβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Ένα κορίτσι περιμένει


Ένα κορίτσι περιμένει  

Ένα κορίτσι απόψε περιμένει
Στο ρουθούνι του
                   περασμένος ένας κρίκος
Στο αυτί του κρεμασμένο
                                   ένα σκουλαρίκι
Στο γοφό του ανθισμένη  
                                         μια τουλίπα
Ανάμεσα στα πόδια του φύτρωσε
                      μια διψασμένη λεμονιά

Ένα παγόνι φόρεσε
          τα όμορφα φτερά του απόψε
κι ένα πολύχρωμο λοφίο
                                     στο κεφάλι του
Το παγόνι είναι όμορφο
                     το κορίτσι είναι όμορφο
Όλα είναι όμορφα σήμερα

Ένα κορίτσι απόψε περιμένει 
Κρατάει στο χέρι του
                                     μια μαργαρίτα
τη μαδάει και περιμένει

Στον κήπο του
                       μια διψασμένη λεμονιά
το κορίτσι χαμογελάει και περιμένει
                             ήρεμο την καταιγίδα
περιμένει να πέσει ο κεραυνός
Φόρεσε τα καλά του κορίτσι απόψε
                  κι’ ένα στεφάνι στο κεφάλι
περιμένει τη βροχή  
                     κι’ η βροχή  δεν έρχεται
Η καταιγίδα ακούγεται,
                                 να περνάει μακριά
ο κεραυνός βροντάει απόμακρα
Η λεμονιά στον κήπο διψασμένη
        περιμένει όλη τη νύχτα τη βροχή
                          κι’ η βροχή  δεν έρχεται

Ένα κορίτσι ονειρεύεται, πάλι απόψε,
                                               διψασμένο

                            11 Αυγούστου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Αναδυόμενη Αφροδίτη


Αναδυόμενη Αφροδίτη

Θόλωσε ο νους στο όνειρο
                            σαν βγήκες απ’ το κύμα.
Αναδύθηκες απ’ τον αφρό καλπάζοντας
Με το σώμα να ακτινοβολεί επιθυμίες
Ακολούθησα τα ίχνη σου
                                         στην καυτή άμμο
Με περίμενες στη σκιά
                   μιας ανθισμένης πικροδάφνης
Μέριασε το φως παράμερα,
Κι έλαμψαν στα μάτια σου,
                               οι αειθαλείς επιθυμίες

Σε νοσταλγώ
      κι η νοσταλγία μου ρωγμή στο χρόνο
Έτσι κάθε καλοκαίρι ψάχνω
                           τα χνάρια σου στην άμμο
ψάχνω στο εικονοστάσι της μνήμης μου,
                                   τη γλυκιά μορφή σου
ψάχνω, στης αμμουδιάς τις ανθισμένες
                                                  πικροδάφνες.
τις θαλερές επιθυμίες μας
                  που βύζαξε αδυσώπητα, η ζωή

Άραγε, που να βρίσκεσαι τώρα;
       Πόσων άλλων τα όνειρα στοιχειώνεις;
Υπάρχει ακόμα στη φωνή σου
εκείνο το ψεύδισμα
                     που έκανε το ψιθύρισμα σου
                                                 τόσο ερωτικό;
Και η λάμψη των ματιών σου,
                            σαν κοίταζες τη θάλασσα;

Σου έταξα πως θα αλλάξουμε τον κόσμο
                         κι αλλάξαμε τον εαυτό μας
Μου συγχώρεσες άραγε, την ασυνέπεια;
Δύσκολο να αντισταθείς
        στη συνωμοσία της Ιστορίας
                                        ενάντια στα όνειρα

Μόνο ο αυθάδης βρικόλακας, η μνήμη,
                                 αντιστέκεται τα βράδια
Ανοίγει τα παλιά σεντούκια μας
     και ψαχουλεύει τα νεανικά μας όνειρα
Ταξινομεί τις θαμπές μας αναμνήσεις,
      κάνει απολογισμό στις νοσταλγίες μας
Και το πρωί μας παραδίδει εξαγνισμένους
Για να αντέξουμε την τρομοκρατία
                             της επελαύνουσας νιότης
που μας σπρώχνει βάναυσα
                                                για να περάσει
Άραγε να παραμένω ακόμα,
         μια απ’ τις βραδινές σου νοσταλγίες;

                                        25 Ιανουαρίου 2010

                                        Γιάννης Ποταμιάνος