Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Η μικρή ροδιά


Η μικρή ροδιά  

Η μικρή ροδιά του κήπου μου
                                     αγαπάει τ’ άστρα
Τις νύχτες του καλοκαιριού
                         σαν κρύβεται το φεγγάρι
η μικρή ροδιά του κήπου μου
                               μαζεύει πεφταστέρια
και τα κρεμάει στους κλώνους της
                            να γίνουν σκουλαρίκια
                                    
Πολύ δύσκολα στον ουρανό
                                   πιάνεις πεφταστέρια
σου καίνε ανελέητα σαν κάρβουνα
                                                        τα χέρια,
όμως η μικρή ροδιά του κήπου μου
                                        είναι ερωτευμένη
γι’ αυτό,
          μ άστρα κατακόκκινα στολίζει
                                             τα μαλλιά της

Η μικρή ροδιά του κήπου μου
                           αγαπάει πολύ το κόκκινο
Έτσι μαζεύει στάλα στάλα το αίμα
               των ταξιδευτών που σφάχτηκαν
    στις κακοτράχαλες ενέδρες τ’ ουρανού
και φτιάχνει μια χειροβομβίδα
                    που σαν εκραγεί το λυκαυγές
                         στις κορυφές των δέντρων
βάφει ολοπόρφυρο το ξύπνημα του ήλιου

Σήμερα κρατώ στο χέρι μου
                                        ένα γινωμένο ρόδι  
Γονατισμένος το προσφέρω  
                              σε μια όμορφη γυναίκα
Η γυναίκα δακρυσμένη σπάζει το ρόδι
και μου γεννάει επτά παιδιά,
                                         επτά νέα αστέρια
που σέρνει η πούλια στο χορό
                                για να ζηλεύει ο χάρος

Η γυναίκα μου αγαπάει τα παιδιά
                   η ροδιά μου αγαπάει τ’ άστρα
γι αυτό στις στράτες τ’ ουρανού
                  σπέρνουν χαρά κι απαντοχή 
                              να μάχονται με το χάρο

Σε νύχτες φθινοπωρινές
                               σαν βγαίνει το φεγγάρι
η μικρή ροδιά του κήπου μου
                                     σπάει τα ρόδια της
και  σκορπάει μες τη νυχτιά
                    χιλιάδες ρουμπίνια φωτεινά,
μυριάδες πυγολαμπίδες
κάθε σπυρί και μια ευχή
                                   κάθε σπυρί κι ελπίδα

                                5 Οκτωβρίου 2013
                               Γιάννης Ποταμιάνος


Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Σιγανή βροχή


Σιγανή βροχή  

Διστάζει να πέσει απόψε η βροχή                                   
              διστάζει κι ο απελπισμένος
Στην άκρη των ματιών του
         ένας διψασμένος κόσμος
                                            περιμένει
Μακρινοί φανοστάτες
                                   μες στα δέντρα
             φωτίζουν τα κίτρινα φύλλα

Καθισμένος στο παγκάκι
                           μετράει την αγωνία
               των διψασμένων δένδρων
Όλα διψάνε απόψε
Τα δέντρα, τα λουλούδια
                                       και η σάρκα
προσμένουν στη βροχή
                                        το λυτρωμό

Στις κορφές των δέντρων
          δυο θυμωμένα σύννεφα
                                              μαλώνουν
συγκρούονται σαν λευκά κριάρια
έτοιμος να σκάσει ο κεραυνός
                                    στα κέρατά τους
Τ’ αυτιά του τεντωμένα
                     προσμένουν τη βροντή
                                          
Ανεβαίνει στην ταράτσα
                                     ο απελπισμένος
ξεσκονίζει απ’ τα φτερά του
                        τη σκόνη της ζωής του
Στην άκρη των ματιών του
                  εικόνες, όνειρα και πόθοι
Ένα μαύρο πηγάδι τον περιμένει
Ένα άδειο πηγάδι περιμένει
                                                τη βροχή
Διστάζει να πέσει
                              απόψε ο κεραυνός
Διστάζει κι ο απελπισμένος
Οι μεγάλες στιγμές
                                   δεν ήρθαν ακόμα
τα σύννεφα κρατάνε το θυμό τους
Απλώς βρέχει
         μια σιγανή βροχή απόψε,
                                        σαν τη ζωή του
Γι’ αυτό κι η μελαγχολία
             είναι απόψε, γι αυτόν 
                                     μια κάποια λύση


                                Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Γαλάζια περισπωμένη


Γαλάζια περισπωμένη

Καθώς η γαλάζια περισπωμένη
                                    των βουνοκορφών
                                   ψηλαφίζει ουρανό
και στ’ ασημένια νερά
                                         των θαλασσών
βαφτίζονται γαλήνια φεγγάρια,
στο λιόγερμα ξυπνάει το σαρκοβόρο
οσμίζεται στον αέρα το χορτοφάγο
          που ολημερίς μηρυκάζει θάνατο

Όμως ωραιόψυχος  ο Ιούλιος
                               μας ετοιμάζει οίστρο
και σώματα ερωτικά
Αφού σε φλογισμένα μάγουλα
                      πορφυρίζουναι  οι πόθοι
σύγκορμη τρέμει η παιδομάνα μήτρα!

Έτσι ουρανόπληκτος
ο αμάραντος έρωτας
           γονιμοποιεί στους αστερισμούς,
την τυχαιότητα με καθάριους στόχους,
γι’ αυτό το δάχτυλο της νύχτας
μας δείχνει προς τ’ άστρα ομορφιά

Αφού έρωτας και θάνατος
                                 πανταχού παρόντες,
η νύχτα γοερή φλυαρεί αιωνιότητα,
καθώς αχαλίνωτη η ενάργεια
παραπαίει στις υπνωμένες συνειδήσεις

Γι αυτό όσοι νυχτόπληκτοι ζωή
                                                αναπολούμε
ηδυπαθείς γονιμοποιούμε ονειρόσκονη

                               2 Ιουλίου 2012

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Στιλπνό μέταλλο

  
Στιλπνό μέταλλο  

Σταμάτησα να σκέφτομαι
                              τώρα πια μόνο νοιώθω
Νοιώθω της θύμησης το κόμπο
                                                     στο λαιμό
για τα παλιά παράσημα
                               στο μέρος της καρδιάς,
για την έφοδο μπρος τα ψηλά τα τείχη

Τώρα δεν χρειάζεται να σκέφτομαι
παρά μόνο να νοιώθω τις μαρμαρυγές
                                             στο στήθος μου
για τα συνθήματα και τις σιωπές
                               λίγο πριν την καταιγίδα,
τότε που εφορμούσαμε στις ντάπιες  
                                      και τις πολεμίστρες
Όταν στην έφοδο
        κριοί πολιορκητικοί κερατίζαμε
                                         την καστρόπορτα,
και περιμέναμε να πέσει,
                                 αλλά αυτή δεν έπεφτε

Τώρα δεν χρειάζεται
                                να σκέφτομαι τις αιτίες
                                          αλλά να θλίβομαι
για τους στρατιώτες μας
που σαν  ανέβαιναν  στα τείχη
                        αγκαλιάζονταν με το εχθρό
πέταγαν τα ξίφη και τις πανοπλίες
                   και μας φώναζαν παραδοθείτε
Όμως εμάς τους υπόλοιπους
                               ένα πηγάδι μας κατάπιε
ένα πηγάδι πόθου, μια χίμαιρα
                           μια λαμπηδόνα: η έφοδος

Μια Νεκυία ραψωδία θα γράψω κάποτε
                  για τους αδικοχαμένους ήρωες
π’ ασπρίζουν τα κόκαλά τους
                    στις αμμουδιές της θάλασσας
Γι’ αυτούς που επιστρέφουν
                         το μέταλλο της ψυχής τους
στιλπνό και ανοξείδωτο
                              στου καιρού το πέρασμα

Μια ωδή θα γράψω κάποτε σύντροφε,
                                     σχέτλιε δολιχοδρόμε,
Για σε που ‘κοψες το νήμα
             αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις
Για σε που νοσταλγείς ιδρώτα, αίμα
                                     και δρόμους αντοχής
κι’ απ’ τις πληγές σου να ρέει φως
Για σε που ποθείς και ρέεις ποτάμιος
στο μινύρισμα των καλαμιώνων
                      για μια θάλασσα ασημόχαρη  

                               27 Ιουνίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

17 Νοέμβρη σήμερα, μια καλημέρα


17 Νοέμβρη σήμερα, μια καλημέρα  

17 Νοέμβρη σήμερα
κι η σκέψη μου σ’ όσους κράτησαν
                                            στιλπνό το μέταλλο
και το κρατούν ακόμα ανοξείδωτο
                                       σε πείσμα των καιρών
Σ’ αυτούς που αιθεροβάμονες
          στη στίλβη τ’ ουρανού βλέπουν
                                                το πρόσωπό τους
Σ’ όσους στη μεγάλη έφοδο
                                             κρατούσαν λάβαρο
                                        και το κρατούν ακόμα
Σ’ αυτούς που απέμειναν
στους σπάνιους όπως τα πετράδια
                     στους λίγους και τους φωτεινούς
που δεν αφήνουν τη φωτιά
                                         να σβήσει στην εστία
που φυλάνε μια σπίθα στην καρδιά τους
             προσμένοντας ν’ ανάψουν πυρκαγιά
                                     στους μπουρλοτιέρηδες
Σε όσους δένονται στο κατάρτι
                 ν’ ακούν το τραγούδι των Σειρήνων
Σε όσους φοβήθηκαν το ταξίδι
       αλλά ταξίδεψαν γαντζωμένοι στη σχεδία
Σ’ αυτούς που αψήφησαν το θάνατο
                                            κι έμειναν αθάνατοι
Στους γνωστούς κι άγνωστους ταπεινούς
                                               κι όμως γενναίους
που στις επετείους κρύβουν ένα δάκρυ
                                              μες στα γένια τους
Σ’ αυτούς που αντί για γραβάτα φορούν
                                  ένα κόμπο στο λαιμό τους
Σ’ όσους φορούν τα παράσημα
                              κάτω απ’ το πουκάμισό τους
Στους παλιούς συντρόφους του πολυτεχνείου
                                     που δεν αλλαξοπίστησαν
που δεν εκποίησαν τα τιμαλφή τους
                                     στην αγορά της εξουσίας
Στους παραπονιάρηδες,
                              τους ατίθασους συντρόφους
       που ξέρουν να γκρινιάζουν, να διεκδικούν
και να μάχονται για
                                   ψωμί, παιδεία, ελευθερία
        για δουλειά, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια
Σε όσους ακονίζουν το σπαθί
                                            και ξύνουν το μολύβι
Στους αφανείς που γράφουν ιστορία
                                               τώρα και όπως τότε
Σ’ όλους αυτούς σήμερα 17 Νοέμβρη
                                  τους πρέπει μια καλημέρα
                                       «Καλημέρα σύντροφοι»

                                               Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Η απαντοχή

  
 Η απαντοχή  

Αυτή η πόλη μ’ έχει γυμνώσει
     μου ‘κλεψε τα δέντρα και τα ποτάμια
                                    τον κούκο και τ’ αηδόνι
Τις διάφανες νύχτες του καλοκαιριού
                                που ταξίδευα στ’ αστέρια
Ξέρω είναι ανεπίτρεπτος ο γυρισμός
                       ας φλογίζει το πνεύμα ο πόθος
π’ αναβλύζει απ’ τις αρχέγονες πηγές μου

Όμως καθώς βαδίζω
                             στο μονοπάτι του σκώληκα
μες στις φλέβες μου τραγουδάει ο τζίτζικας
και τότε γίνομαι δέντρο καταπράσινο
για να κρησάρω στους κλώνους μου το φως
        και να γλυκαίνω τον ύπνο του ξωμάχου

Τότε ακριβώς είναι  
που ολόγιομος γαλήνη βαδίζω αγόγγυστα                                        
το μονόδρομο του σκώληκα  
                                     και γίνομαι πεταλούδα
να ψάχνει μια φλόγα να καεί
                                στο πέταγμα για τ’ άστρα

Αχ! Αυτή η πόλη μ’ έχει γυμνώσει
                                               κι έμεινα μονάχος
με το εσώρουχο της νοσταλγίας γι απαντοχή
κολλημένο στη δορά μου
                      να με προστατεύει απ’ το βοριά

Γι αυτό όσο κι αν η μοίρα φυσάει
                                               τους ανέμους της,
εγώ πάντα βγάζω απ’ το σεντούκι μου
        ένα παλιό τραγούδι γι’ αγάπη και ψωμί
και το τραγουδώ μονότονα σαν τζίτζικας
για να γλυκαίνω την ψυχή του πεινασμένου

Αυτή η πόλη είναι γυμνή όπως κι εγώ!
Γι αυτό πρέπει ν’ ανάψω μεγάλη πυρκαγιά
                                                          να ζεσταθεί
Γι αυτό κάθε βράδυ μαζεύω για προσάναμμα
τα όνειρά μου που είναι από εύφλεκτο υλικό
κι εύκολα γίνονται λαμπηδόνες να φωτίζουν

                           20 Νοεμβρίου 2013

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Σπασμένη φτερούγα


Σπασμένη φτερούγα  

Ένα όνειρο με σπασμένη τη φτερούγα του
                                    δεν μπορεί να πετάξει
Φτάνει στην άκρη της φωλιάς του
                               φοβάται και πισωγυρίζει

Ένα όνειρο φοβάται να πετάξει
    μα τρέχει μες τις φλέβες του τόση λάβα
που ρέει απ’ την πληγή του
                               στις σχισμές του βράχου
Έτσι που μες από τις υπόγειες στοές
                         ανεβαίνει στην βουνοκορφή
και γίνεται καπνός γίνεται θειάφι

Ένα κουβάρι σήματα,
που τα παίρνει ο άνεμος και τ’ ανεβάζει
πάνω απ’ τις βουνοκορφές
                                  στην τύρβη τ’ ουρανού
να γίνουν σύννεφο,
                     να γίνουν βροχή και κεραυνός
Και τότε ποιος ξέρει
ίσως το μινύρισμα της βροχής
                                                 μας ψιθυρίσει
ίσως η βροντή του κεραυνού διαλαλήσει
ποιες μυστικές μορφές
              έκρυβε μες τη λειωμένη λάβα του 

Ένα όνειρο με σπασμένη τη φτερούγα του
                                    δεν μπορεί να πετάξει
γι’ αυτό πισωγυρίζει στη φωλιά του
                           και παραμιλάει ως το πρωί
δυσνόητα μηνύματα και λόγια του βυθού 
που τα σκορπάει ο άνεμος στην τύρβη
τ' ουρανού και κανείς πια δεν τα θυμάται

                             4 Ιανουαρίου 2014

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία έχει κεφάλι Μέδουσας


Η ιστορία έχει κεφάλι Μέδουσας  

Η ιστορία έχει κεφάλι Μέδουσας
             όποιος την κοιτάει κατάματα πετρώνει
Πλην των ποιητών και των απονενοημένων
Αυτοί την κοιτούν κατάματα
                                     στα φλογισμένα μάτια της
κι ονειρεύονται την εξέγερση της Άνοιξης
Κι αφού Ελευθερία είναι η Άνοιξη
ένα λουλούδι πάντα μοσχοβολάει και μάχεται
Όπως ένα κόκκινο γαρύφαλλο
                   που μες την ασβεστωμένη γλάστρα
                           ψέλνει τον ύμνο της εξέγερσης

Ναι! Όταν το αίμα ρέει στα ρείθρα και βοά
            η απόγνωση ανταρτεύει στα καραούλια
Τότε ακριβώς είναι που εξεγείρεται το κόκκινο
                                           και μοσχοβολάει ιδέες
Η ιστορία έχει κεφάλι Μέδουσας
        όποιος την κοιτάει κατάματα μαρμαρώνει
Το αίμα όμως όταν ρέει στα ρείθρα
                                           οπλίζει δίκοπο μαχαίρι
ανταρτεύει κι ετοιμάζει άνοιξη
                                       για τους κατατρεγμένους
Το αίμα των αθώων και το αίμα των ηρώων
που πέτρωσαν
                         κοιτώντας κατάματα την ιστορία
Ναι! Η ιστορία είναι μια Μέδουσα
                που περιμένει τον αποκεφαλισμό της
από έναν αντάρτη εργάτη
                                     που την κοιτάει κατάματα
                            κι ονειρεύεται την επανάσταση

Πως αλλιώς
αφού πάντα η ιστορία βουτάει την πένα της
                             στο αίμα των αποφασισμένων
για να γράφεται ξανά
                                    με νέους νόμους κι ηθικές;

                                                      13 Ιουλίου 2014
                                                   Γιάννης Ποταμιάνος


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Φθινοπωρινό τοπίο


Φθινοπωρινό τοπίο

Όρθιες κοιμήθηκαν οι νεραντζιές
Στα πεζοδρόμια πέφτει η νοσταλγία
                διακριτική σαν σιγανή βροχή

Γαυριάζουν στον αέρα
            τα ξεραμένα φύλα της ακακίας
Σαπίζουν στη βροχή
όπως οι ελπίδες μου
          που χάνονται μες τη σιωπή σου

Κι όπως δακρύζει η νύχτα
        μελανοστάλακτες δροσοσταλίδες
                                 στα φύλα της ελιάς
καθώς στα όνειρα μου έρπουν
                          οι αίλουροι των πόθων

Γι’ αυτό κι εγώ νοτισμένος προσμονή
αποζητώ τη φωνή σου
                        στης βροχής τον ψίθυρο                                          
Έτσι που η ανάμνησή σου
                           αυθεντική και ζείδωρη  
                  να ζυμώνεται στο στίχο μου
Γι αυτό ακριβώς
και κρεμάω τις λέξεις μου
                      στις σταγόνες της βροχής
Είναι για ν’ αφουγκράζεσαι  
                        τ’ άηχο καρδιοχτύπι μου  

Θολός ο ουρανός στο βάθος
                          κι’ η απελπισία μεγάλη
Αχ πόσο αργεί για να ‘ρθει η άνοιξη
Με ψιχαλίζει το φθινόπωρο
                            ντροπαλή μελαγχολία

Κι όμως εγώ επιμένω
                 στα πρωτοβρόχια με έρωτα                                  
Γιατί πως αλλιώς 
                 θα σε στεφανώνει η άνοιξη
                               ν’ ανθίζει η ελπίδα;


                                Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Σεπτέμβρης


Σεπτέμβρης  

Κουράστηκε το καλοκαίρι, Σεπτέμβρης
Έτοιμος να κόψει τις φλέβες του
                                 ο λυπημένος ουρανός
Έφυγαν οι ταξιδιώτες του καλοκαιριού,
                               μίσεψαν κι οι πελαργοί
Οι διψασμένοι κήποι προσμένουν
                                                         τη βροχή
Το σύννεφο
τους τάζει και ξεχνάει τις υποσχέσεις του
Στις αμμουδιές σβήνουν τα χνάρια
                                             του καλοκαιριού
Τα όνειρα όπως κορμιά προσμένουν
                                              και αδημονούν

Σεπτέμβρης
Ο ουρανός τέρπει τους ποιητές
                                           με το μέγα κάλος
Ο ουρανός θέλγει τους φιλοσόφους
                                           με το μέγα γρίφο
Σεπτέμβρης
κι η θάλασσα παίρνει τα μέτρα της
                                                     για το βοριά
Τα βράχια της ακτής
ετοιμάζουν τα μαχαίρια τους
                  να χτυπηθούν με τους ανέμους

Σεπτέμβρης
στα ερείπια του καλοκαιριού γυρνάω
                    κι ο χειμώνας δεν ήρθε ακόμα
Τα ιστιοφόρα στα λιμάνια
                            περιμένουν τους ανέμους
                        και τα ποτάμια τα νερά τους
όπως ακριβώς οι ποιητές τα πρωτοβρόχια
     να ξεπλύνουν τη σκουριά τ’ Αυγούστου

Σεπτέμβρης
κι η ελιά όπως συνετή νοικοκυρά
                     ετοιμάζει φως για το χειμώνα
Οι καλαμποκιές
              με μια χειροβομβίδα στη μασχάλη
παρατεταγμένες
                    για τη μάχη ενάντια στην πείνα
Φαγητό φιλεύσπλαχνε Σεπτέμβρη
        και παπούτσια ετοίμασε για τα παιδιά
                                              έρχεται χειμώνας

Σεπτέμβρη εσύ ανάβλεμμα καλοκαιριού
τελευταίο φιλί των Αυγουστιάτικων ερώτων
Σεπτέμβρη της χειμερινής σποράς
                    βέλασμα του έρωτα των εριφίων
Σεπτέμβρη του Σταυρού
                                       και των αποδημητικών
Σεπτέμβρη της Αδαμαντίας, της Ρουμπίνης
της Μαντώς, της Αφροδίτης, της Κλειώς
                                                 και της Κλεονίκης
Σεπτέμβρη της Μελπομένης, της Πανδώρας
της Πολύμνιας, της Πηνελόπης
                                                     και της Ισμήνης
Σεπτέμβρης της Ελπίδας, της Ευσταθίας,
                   της Κασσιανής και της Ευφροσύνης
Σεπτέμβρη του Ιωνά και του μεγάλου Κύτους
που με ξεβράζεις μόνο
                              σ’ έρημη φθινοπωρινή ακτή
                   ν’ αγναντεύω θυμωμένη θάλασσα
Σεπτέμβρη φοβάμαι
έρχεται χειμώνας
                         κρύος και λευκός σαν απουσία

                                         Γιάννης Ποταμιάνος