Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ο καινούργιος χρόνος


Ο καινούργιος χρόνος

Ξαφνικά άρχισαν οι πόνοι,
Και τα περίεργα φουσκώματα
Τινάχτηκε από μέσα μου
Ένα πολύχρωμο αερόστατο
Και άρχισα να ανεβαίνω
                           στα σύννεφα
Τα δένδρα με χαιρετούσαν
Τα ποτάμια κυλούσαν
Οι σκύλοι αλυχτούσαν
Αδύνατο να κατέβω
Ίσως να με απογειώνουν,
                               σκέφτηκα,
εκείνα τα υπόγεια ρεύματα
της έμφυτης αισιοδοξίας μου
Και έφευγα   
προς τον καινούργιο χρόνο,
                 καβάλα στο ποίημα
Τραγουδώντας την αγάπη
Μεθώντας
     με τις  άλικες σταγόνες
                       του λυκόφωτος
Φτάνει πια,
Κεντήστε με, με τη λόγχη
               της αμφιβολίας σας
Δώστε μου μια νότα
                       με-λα-γχολίας,
Μπας και προσγειωθώ
Με τόσο ψηλά πετάγματα
Θα λιώσουν τα φτερά μου
Και σαν τον Ίκαρο
                          θα τσακιστώ
στον κόσμο μας
                      τον  απόκοσμο 

                   Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Ειρήνη ο μέγας πόθος


Ειρήνη ο μέγας πόθος 

Στα συντρίμμια η απόγνωση
                                           γίνεται αγανάκτηση
έκρηξη ή φυγή
Πώς να μην διψάς για λίγο ουρανό ειρήνης

Πολύ το σκοτάδι που κουβαλάμε
                                               κάτω από τον ήλιο
Εκεί τα φίδια κι οι σκορπιοί της εξουσίας
                                       μάχονται έως θανάτου
Εκεί και τα όνειρα κείτονται γκρεμισμένα
                                       όπως αρχαίες κολώνες
κατάσαρκα στο χώμα οι σπόνδυλοι
                                      απολιθωμένοι σκελετοί
                                         αρχαίου δεινοσαύρου

Κι η ειρήνη ο μέγας πόθο, επίμονος σπόρος
                        όπως τσουκνίδας στα οικόπεδα
Η σκληρότητα του φετινού χειμώνα
                  φουσκώνει τα κύματα του Αιγαίου
Αλυχτάνε τα σκυλόψαρα χαρούμενα
                   στο παγωμένο φως των αστεριών
               και τα δελφίνια θρηνούν ανήμπορα

Στη μεγάλη νύχτα καντηλάκια οι ελπίδες
τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι
                    κι όλοι να ποθούν αχόρταγα ζωή
 Στις συγχορδίες των κυμάτων
                                                πένθιμη μουσική
η μπάντα καλωσορίζει θάνατο

Αυτό το ουρλιαχτό στα Ελληνικά νησιά
                                                 είναι ανθρώπινο
                          δεν είναι παιγνίδι του ανέμου
Πόσα παιδιά θαλασσοπνίγονται άραγε
                                          τούτη την άγια νύχτα

Η γλώσσα της ανθρωπιάς
                                           είναι πανανθρώπινη
ας την φωνάξουμε όλοι μαζί για ν’ ακουστεί
έτσι που τα αυτονόητα να γίνουν κατανοητά

Δεν γίνεται αλλιώς
                      πρέπει να σπάσω το κεφάλι μου
                                            να γίνει λαμπηδόνα
κι ας πιάσουν φωτιά τα πέλαγα
                                      να φωτιστεί η αλήθεια

Ντρέπομαι να το πω μα ελπίζω ακόμα
στο βολβό που κουβαλάμε στο στήθος μας
                                       μυστικά και αθόρυβα
μήπως κι ανθίσει ξαφνικά
εκτοξεύοντας παντού χρώματα κι αρώματα
σπάζοντας με πάταγο τον πάγο
                                              της αμεριμνησίας

                                    24 Δεκεμβρίου 2015
                                    Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Η Διαστολή


Η Διαστολή

Ένα μεγάλο πολυρροιβδο
                              κίτρινο μπαλόνι γυρίζει
Δυο παιδιά κάθονται και το κοιτάζουν
Το μπαλόνι γυρίζει
                                και τα παιδιά γυρίζουν

Το αειτάραχο μπαλόνι φουσκώνει
       οι άνεμοι, οι θάλασσες οι καταιγίδες
Το αεικίνητο μπαλόνι περιστρέφεται
                                   σε ανατολή και δύση
Το μπαλόνι ανεβοκατεβαίνει
                                               στον ορίζοντα
η άνοιξη, το φθινόπωρο
                            ο χειμώνας, το καλοκαίρι

Τα παιδιά απλώνουν τα χέρια τους
                                                        χαίρονται
και χαιρετάνε ένα κόκκινο φεγγάρι
Όμως το κίτρινο μπαλόνι φουσκώνει
                                                           διαρκώς

Τα παιδιά δεν ξέρουν πως κάποια στιγμή
                                   το μπαλόνι θα σκάσει
πως η θάλασσα, τα βουνά,
                               τα ποτάμια και τα δάση 
         θα γίνουν λαμπηδόνες, να φωτίζουν
όλα όσα τα παιδιά κοιτάνε
                        αγκαλιασμένα μες τη νύχτα

 Ένα μεγάλο γαλάζιο μπαλόνι γυρίζει
   γύρω απ’ το αειτάραχο κίτρινο μπαλόνι
                    τα παιδιά πάνω του αμέριμνα
χαίρονται και κοιτάνε
                         όσα θα γίνουν λαμπηδόνες
τη θάλασσα, τα δάση τους κάμπους
                                                       τα ποτάμια
Το κίτρινο μπαλόνι θα σκάσει
                                              όπως βεγγαλικό
                   το γαλάζιο θα γίνει λαμπηδόνα

Και τα παιδιά;
    Αχ έρωτα ακαταμάχητε σώσε τα παιδιά
                             δραπέτευσέ τα στ’ άστρα

                               20 Μαΐου 2014
                            Γιάννης Ποταμιάνος

Πολυρροιβδον: Αυτό που περιστρέφεται με μεγάλο θόρυβο και ταχύτητα
Βλέπε: «Τα χριστούγεννα του παπαδιαμάντη,  Κ. Βάρναλη»

 (κε  πάνω ες τν βράχον τν μαστιζόμενον π θυέλλας καλαίλαπας κα λικνιζόμενον π τ πολυτάραχον κα πολυρροιβδον κμα…)

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Η σειρήνα


Η σειρήνα

Στις δαιδαλώδεις διαδρομές
                                           των λαβυρίνθων
τρωγλοδύτης, μελετώντας
τα πετρώματα των λέξεων,
σπουδαιολογώντας τα στρώματα
                                                των ιζημάτων
εντάσσω, χαράσσω, επιτάσσω
                              χτίζω και γκρεμίζω Λόγο
ολίγον υψηλότερο του ορθού

Στον όρθρο,
                     τότε που ξεχειλίζει το κανάτι,
όταν κοιμούνται οι φρουροί
                                                   στις ντάπιες,
δραπετεύω ο τρωγλοδύτης
                                          στα αστρολίβαδα
να μαζεύει νέκταρ
                                    η αστρομέλισσά μου

Έτσι εγώ μπολιάζω το ρήμα
                                               με ευφροσύνη
και γονιμοποιεί ο ρυθμός την αταξία
                          να γεννά μορφές και άνθη,
που κάποιοι τα ονομάζουν Θεό ή Λόγο
                                                      
Τι κατάντια! Ο Λόγος να δένεται
                                  με τα γόρδια κορδόνια
αλητευόντων σωματίων και σωμάτων
Αυτό που λέω είναι:
πως όπως και να συνδυάζω
                                             τις ψηφίδες μου
τα νετρίνο, αναβοσβήνουν
                                             τη σειρήνα τους,
περνούν ανάμεσα στους στίχους μου
                                          και  με χλευάζουν,
αφήνοντας σύξυλο ποιητή,
                                        ομορφιά και νόημα,
και ενδεχομένως διαλαλώντας αφωνία   


                                        Γιάννης Ποταμιάνος

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Ηλεκτρικό χελιδόνι

  
Ηλεκτρικό χελιδόνι   

Όλοι κοίταξαν προς το παράθυρο
Ψαλίδισε τον αέρα το ηλεκτρικό χελιδόνι
Έφερε τρεις στροφές γύρω
                                          απ’ τον πολυέλαιο
Δίπλωσε τα μεταξένια του φτερά
                                                        και κάθισε
                                   στον ώμο του ομιλητή

Το ακροατήριο χειροκροτούσε
Αξιοσέβαστος με βραβεία πολλά
                                                    και αξιόλογα
Διπλώματα
πληροφορικής, τεχνολογίας μαθηματικών
Πάντα καινοτόμος
                 θριαμβευτής του μέλλοντός μας
Το ακροατήριο χειροκροτούσε
Άνθρωπος μακριάς θωριάς 
            καβαλάρης μακρινών αποστάσεων

Το ηλεκτρικό χελιδόνι ανίχνευε το χώρο
                                                  με υπερήχους
πετούσε με τα μεταξένια του φτερά
Είχε τεχνητή νοημοσύνη
κι όπως ισχυρίζονταν ο εφευρέτης του
                                  είχε και συναισθήματα

Το ακροατήριο χειροκροτούσε
                                      Η αμοιβή του μεγάλη
Δόξα, δημοσιεύσεις, διαλέξεις, βραβεία
Το ακροατήριο μαγεμένο
                           χειραψίες, χειροκροτήματα

Η διάλεξη τέλειωσε, οι θέσεις άδειασαν
               γύρισε σπίτι κυφός και λυπημένος
παρέα μ’ ένα λυπημένο ηλεκτρικό χελιδόνι
                              Ο καθένας στο κλουβί του

Εδώ και μέρες το είχε καταλάβει
το ηλεκτρικό χελιδόνι του
                                   είχε και συναισθήματα
          αλλά ένοιωθε μόνο λύπη και μοναξιά
όπως άλλωστε κι ο ίδιος!


                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Μια φανταστική ιστορία


Μια φανταστική ιστορία

Το ωραίο κορίτσι  
        με τα φωτεινά μάτια           
                                 του χαμογέλασε
Περίμενε λίγο και μετά χάθηκε
               μες στο πολύβουο πλήθος

Αυτός ακίνητος
                 μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο
ονειρεύεται   
                     μια φανταστική ιστορία
με νεράιδες και ξωτικά
                           και το ωραίο κορίτσι
ερωτευμένο να του κρατάει το χέρι
                                στο φεγγαρόφωτο  

Το ωραίο κορίτσι
       με την υπόσχεση στα μάτια
                                    του χαμογέλασε
Αυτός όμως το άφησε να χαθεί 
                 μες στο πολύβουο πλήθος
Και γύρισε σπίτι του
με την αλμύρα της μοναξιάς
                                                 στα χείλη
Άτολμος και φοβισμένος
                                        αλλά ασφαλής
στο καταφύγιο
              της φανταστικής του ιστορίας


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Ξαφνική ανθοφορία


Ξαφνική ανθοφορία

Την ξέρω καλά εγώ την ερημιά
                  στο λευκό της ριζώνει όαση
                  σαν έρωτας ξαφνικός
                                               την άνοιξη
κι ας περπατάω τώρα στο φθινόπωρο
                γι’ αυτό γράφω ποίημα απόψε

Την ξέρω καλά εγώ την ερημιά
        εκεί ανθίζουν οι κάκτοι σαν όνειρα
άγριοι, σκληροί κι ακανθοφορεμένοι
                                          σαν επιθυμίες
ανθίζουν ξαφνικά
                             ένα κόκκινο λουλούδι
και γίνεται η έρημος όμορφη
                                                   σαν ιδέα
γι’ αυτό γράφω ποίημα απόψε 

                                  Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Τιτανομαχία


Τιτανομαχία  

Οθνεία τέρατα κολυμπούν
                                στα βάθη του βυθού
υπαρκτά όσο τα όνειρα
                              υπαρκτά όσο τα βάθη

Στο βυθό οθνεία τέρατα
               έχουν εισβάλει και ιεροσυλούν
το αδηφάγο κέρδος, η απληστία
           και το εγώ που σκυλεύει το εμείς
Εκεί ακριβώς στο αχανές και σκοτεινό
                                           άπιαστο βάθος
στον προπάτορα αρχέγονο βυθό,
                                             στον τάρταρο
εκεί είναι που αντιστέκονται ακόμα
                   ακρωτηριασμένοι οι τιτάνες
Εκεί ακριβώς στο βυθό είναι
                     που δένουν τις πληγές τους
κι επιχειρούν ανάδυση στο κύμα

Μα ο Ολύμπιος Ζεύς ο Νεφεληγερέτης
                                         κρατάει κεραυνό
κι αυτοί τον φοβούνται πιο πολύ
                κι απ’ τον άγνωστο εαυτό τους
Έτσι ξαναγυρίζουν στο βυθό
         γλείφουν το αίμα των πληγών τους
και ξαναρχίζουν τη μάχη
                                   με τα οθνεία τέρατα
το αδηφάγο κέρδος, την απληστία
           και το εγώ που σκυλεύει το εμείς

Αχ! Αυτός ο ανυπότακτος βυθός,
       ο απόμακρος κι όμως τόσο κοντινός
όπου οθνεία τέρατα εισβάλουν
                                            και ιεροσυλούν
κι οι πληγωμένοι τιτάνες πολεμούν  
                        γλείφοντας τις πληγές τους
Αχ! Αυτός ο ανυπότακτος βυθός,
που σηκώνεται ως το κύμα
                              να ματώνει η θάλασσα

                                   Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Το ρήγμα




Το ρήγμα  

Παραπαίει και πάλι απόψε στη βαρύτητα
                                                   το άστρο μου
                                   έτοιμο να καταρρεύσει
στ’ απερινόητα ερωτήματα
                 που συνθλίβουν  τα θεμέλιά μου

Έτοιμα να πιάσουν και πάλι απόψε φωτιά
                                                  τα σωθικά μου
ν’ ανέβει η τσίκνα μου, να σκορπιστεί
                                        στην απεραντοσύνη
Κι όταν η απορία
        τρεμοπαίξει στα ρουθούνια των θεών
Εγώ με το δάχτυλο της εντελέχειας
                                    θα δείξω την νέα αυγή
θα σημάνω το εγερτήριο σάλπισμα, ώστε
                               διάτορος ο ήχος της ζωής
να τεμαχίσει ξανά το χρόνο
                                               σε δευτερόλεπτα

Αχ και πάλι απόψε αυτονομείται
                                                   το μολύβι μου
και βάζει τις λέξεις στη σειρά
            σαν κυπαρίσσια να δείχνουν ουρανό
Αχ και πάλι απόψε αντιλαλεί η σκέψη μου
                            στο έρκος των οδόντων μου
και στην ηχώ της επιστέφει θανατίλα

Όμως εγώ και πάλι θα επιμείνω
        να στείλω πεσκέσι στο ματωμένο γάμο
για να χορέψει η νύφη κι ο γαμπρός
                                 πριν τους θερίσει ο χάρος

Απρόσμενο κι ανερμάτιστο το ρήγμα μου
                                                                  απόψε
αναβλύζει γλυφό νερό
                                     και πώς να ξεδιψάσεις;                             

                                           Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Με τη μεζούρα της θύελλας


Με τη μεζούρα της θύελλας  

Αυτός ξέρει
                     να δίνει πρόσωπο στην οργή,
να παίρνει χαμόγελο από σύννεφο
          και να σμιλεύει έλυτρο στην πέτρα
Ξέρει το δρόμο που παίρνει ο χείμαρρος
                                             ως τη θάλασσα
να τον μετράει
                        με τη μεζούρα της θύελλας,
όπως ακριβώς όταν κατρακυλάει η οργή
             και παρασέρνει ριζιμιά και χώμα
Ξέρει να ξεχειλίζει απ’ τις όχθες του
              και να κάνει γόνιμη την πεδιάδα

Αυτός ξέρει
να πονά γι αυτούς που πονάνε
                     και να κάνει το πόνο θύελλα
Ξέρει να στέλνει το μαύρο σύννεφο
και τις ομοβροντίες της οργής του
                                             πάνω στην πόλη
Να σαλπίζει
          με τη σάλπιγγα του Αρχάγγελου
                                                          εξέγερση
Έτσι που να ορθώνεται ο σκώληκας
                                 και να δρέπει σύννεφο

Αυτός ξέρει στην αστροφεγγιά
να συναθροίζει τ’ άστρα
                                και να γεννάει γαλαξίες
Ξέρει να στριφογυρίζει
                στο βαλς του ουρανού
                                               αιμορραγώντας
Μόνος του χωρίς σκιά
και με παρέα μόνο το σφυγμό του
                        να φτεροκοπά στον κρόταφο

Αυτός ξέρει να δίνει χαμόγελο στην πέτρα
και στις ομοβροντίες της οργής
                                    σάλπιγγα Αρχαγγέλου
Ξέρει να δίνει το αίμα του
γιατί μετράει το μπόι του
                           με τη μεζούρα της θύελλας

                                        Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Βροτός αλλά ουρανόσιτος


Βροτός αλλά ουρανόσιτος

Άφησε τον τοξότη
                        να τοξοβολεί τη νύχτα
και περνώντας απ’ τον Σκορπιό
αλάργεψε προς την
                                     μικρή Αρκούδα

Στο χέρι του κρατάει ένα καλάθι,
      και μαζεύει πετράδια τ’ ουρανού
τα δένει με φεγγαροκλωστές
       κι ανεβαίνει στον πολικό αστέρα
μ’ ένα όνειρο ιδρωμένο
                                         παραμάσχαλα
Εκεί ακούει τη μουσική των άστρων
καθώς στροβιλίζονται
                          στην πίστα τ’ ουρανού
Αφουγκράζεται στους μυστικούς
                                                   ανέμους
τις ιαχές του Ωρίωνα και το κλάμα
                                         των Πλειάδων

Κάθε βράδυ αυτός ο ταξιδιώτης
                            δραπετεύει στ’ άστρα
Ψάχνει για πετράδια  τ’ ουρανού
για αμέθυστους, για ζαφείρια
                                           και διαμάντια
ψάχνει για μύθους να στολίζει
                           τις λευκές σελίδες του,
για να μην πάει χαμένη η νύχτα

Όμως σαν φθάνει η ανατολή
                     βροτός αλλά ουρανόσιτος
μπολιάζει  τις φλέβες του
                     μ’ ασημένια αστερόσκονη
Ανάβει τα πετράδια τ’ ουρανού                                 
και περιμένει τη σκοτεινιά της μέρας


                            Γιάννης Ποταμιάνος