Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν


Στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν  

Με την άκρη των δακτύλων σου
τον πόνο που ‘χεις μες στα φυλλοκάρδια σου
                                                                ψηλάφισε
ρίξε τον στο χαρτί ζωγράφισέ τον
                    με τ’ ασημένιο φως του φεγγαριού
Κανείς δεν θα σε καταλάβει
έτσι κι αλλιώς
            στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν
αλυχτάνε τα σκυλιά
              και χλιμιντρίζουν τ’ άλογα
                                        στο ξέφωτο του δάσους

Στην ερημιά του κάμπου
το κάρο που ‘ρχεται από μακριά
                μας φέρνει κουρασμένους ταξιδιώτες
Ένα κορίτσι στ’ απέναντι παράθυρο
                                                             αναστενάζει
ποτίζει το βασιλικό της μοναξιά
                     κι αυτός φουντώνει σγουρομάλλης
έτσι που μοσχοβολάει η γειτονιά καημό

Αυτά τα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια
                                                           στον ανήφορο
αγκομαχούν κουβαλώντας χρόνια δίσεκτα
Με ανοιχτή την πόρτα τους όλο στοργή πάντα
                                                      μας προσμένουν
κι ας διαδίδει ο άνεμος πως είναι ακατάδεκτα
Τα μεγάλα σπίτια τα’ παλιά
                  που πάντα περιμένουν καβαλάρηδες
                        και μέσα τους τα τρώει το σαράκι
Όμως στη σκεπή τους κουρνιάζουν
πουλιά και φίδια
                         να χάνει ο θάνατος το δρόμο του
           καθώς αλώνει η ζωή την ερημιά της ύλης
έτσι που να ξαναβρίσκει ο κύκλος την αρχή του

Ένα κορίτσι στο παράθυρο
                                        σε σπίτι παλιό που τρίζει,
                                                               αναστενάζει
ποτίζει τον σγουρό βασιλικό
κι ονειρεύεται τους καβαλάρηδες που θα ‘ρθουν

Σπίτια παλιά με πουλιά και φίδια
                                                         στις σκεπές τους
με μια κόρη κι ένα σγουρό βασιλικό
                                                      στο παραθύρι τους
κουβαλούν μες τα χρόνια,
                                            αγάπη για ζωή και έρωτα
              έτσι για να χάνει ο θάνατος το δρόμο του

στο φεγγαρόφωτο όπου αλυχτάνε τα σκυλιά
                                           και οι σκιές μακραίνουν

                                                     Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Μάργαρο αγάπης


Μάργαρο αγάπης

Όταν γυρίζεις
                   με το σύννεφο στο πρόσωπο
                                                         εγώ σ’ αγαπώ
πως αλλιώς, αφού κάποτε,
                                       μαζί σηκώσαμε τα μάτια
κι είδαμε μακριά τ’ αστέρι του θανάτου
                αυτό που χαρίζει τη ζωή
                                                       να φεγγοβολάει
κι ο ρόγχος του
          ξεπηδώντας απ’ τα σωθικά του
                   να φωτίζει τη σκοτεινιά του απείρου

Όταν γυρίζεις
   με τη λάμψη του φεγγαριού στα μαλλιά σου
                                                          εγώ σ’ αγαπώ
κι ας θλίβομαι για τα χρόνια που θα ‘ρθουν
       τότε που η σιωπή κι ένα χάδι θα αρκούν
                                  να μας χαρίζουν ουρανούς

Όταν σου κρατώ το χέρι
            τ’ άστρα χάνουν το δρόμο τους
                                     και γίνονται πεφταστέρια
ν’ ακουμπούν οι ερωτευμένοι τις ελπίδες τους
Τότε είναι που εσύ κρατάς την καρδιά μου
                      στην παλάμη σου κι εγώ σ’ αγαπώ

Μαζί με τη θάλασσα και τις ελιές
                                που κατεβαίνουν ως το κύμα
                        τις αγριοσυκιές και τα πουρνάρια
έρχεσαι με το αεράκι
                 σφυρίζοντας το τραγούδι της αγάπης

Όταν μιλάς
                     η ανάσα σου μοσχοβολάει γιασεμί
και κάτω απ’ το σεντόνι
                     το χέρι μου μαργωμένο
                                              περιμένει το δικό σου

Πως αλλιώς αφού κάποτε θα ταξιδέψουμε μαζί
Κάποια μεσάνυχτα θα βγούμε απ’ το παράθυρο
        στον ασημένιο Αυγουστιάτικο ουρανό
                                         μαζεύοντας πεφταστέρια
κάθε πεφταστέρι και ευχή,
                                        κάθε πεφταστέρι και φιλί
κι εγώ πάντα να σ’ αγαπώ άνευ όρων

Το μονοπάτι αυτό που οδηγεί στην Πέρα Χώρα
           μαζί το βαδίσαμε πιασμένοι χέρι με χέρι
κρατώντας σφιχτά το όνειρο
ενός κόσμου αγάπης
                           κι ο κόσμος αυτός μας πρόδωσε
Μα εμείς κρατήσαμε με πείσμα το όνειρο
                                ίσα με τώρα χωρίς εκπτώσεις
Γι αυτό κι εγώ σ’ αγαπώ ακόμα
                                τώρα και πάντοτε
                                                       χωρίς εκπτώσεις

Κάποια μεσάνυχτα που θα βγούμε πετώντας
πάνω απ’ τα σύννεφα μαζεύοντας πεφταστέρια
θα ξεχαστούμε εκεί στ’ αστρολίβαδα
                          να σου κρατώ το χέρι νυν και αεί

 Κι ο χρόνος ας μας καρτεράει μαρμαρωμένος!

                                                14 Αυγούστου 2015

                                                 Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

Με τη θάλασσα στα μάτια


Με τη θάλασσα στα μάτια 

Κάποτε, απόγευμα στη βεράντα
             θάλασσα κι Οδυσσέας Ελύτης
Ένα βιβλίο στο τραπέζι
                       να το χαϊδεύει ο άνεμος
και δίπλα μου ένα καθάριο πρόσωπο
ένα κορίτσι με τη θάλασσα στα μάτια

Τώρα απόγευμα στην ίδια βεράντα
                             ο χρόνος δεν μετράει
Απ’ το βάθος της μνήμης
     ένα καθάριο πρόσωπο χαμογελάει
ένα πρόσωπο με τη θάλασσα
                                                  στα μάτια

Δίπλα μου ένα βιβλίο με ποιήματα
Τζίτζικας ο θάνατος επιμένει μονότονα    
                                                   τον αγνοώ
Μα ο Νίκος Καρούζος με τραβάει
                                              απ’ το μανίκι

Απόγευμα στην πέτρινη βεράντα
τότε και τώρα το ίδιο κορίτσι
                      με τη θάλασσα στα μάτια
Μόνο ο ποιητής αλλάζει, κι ο φόβος
που επιστρέφει επίμονος σαν τζίτζικας
                    
Κουράστηκαν τα μπράτσα
              πως ν’ αγκαλιάσουν νέες ιδέες
Απόγευμα στην ίδια βεράντα
     αποσύρομαι με τα παλιά μου όπλα
με τις παλιές μου ιδέες
                                        και τα ποιήματα
και περιμένω τον άνεμο
το καθάριο πρόσωπο και τη θάλασσα                                       
προπαντός τη θάλασσα
           όπου χωνεύονται όνειρα κι ιδέες
για να ξεβράζονται με το κύμα
στις βραχονησίδες των ποιημάτων μου

Έτσι επιμένω απόψε να γράφω,
               να προσμένω και να νοσταλγώ,
στη βεράντα ναυαγός μ’ ένα βιβλίο
και το κορίτσι με τη θάλασσα στα μάτια


                                    Γιάννης Ποταμιάνος