Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Νοσοκομείο Ευαγγελισμός


Νοσοκομείο Ευαγγελισμός  

Πάει και το φθινόπωρο
Καταμεσής στο καταχείμωνο
                           σπρώχνουμε το έλκηθρο
                           προς τον λευκό ορίζοντα
Στο βάθος σιωπηλή η χιονοθύελλα
               μυστηριώδης όσο κι ο θάνατος
Έρως χιονιού έρως θανάτου

Γενάρης μήνας
Νοσοκομείο Ευαγγελισμός
                   καταμεσής στο καταχείμωνο
Δυο περιστέρια στ’ ακροκέραμο
                         σιωπηλά και πεινασμένα
αγναντεύουν το χιονιά και περιμένουν
Έρως χιονιού έρως έως θανάτου

Κι εσύ δυο θάλασσες πλατιές
               μες απ’ τ’ άσπρα σου σεντόνια
                                               με κοιτάζουν
Κι εσύ έρως ζωής έως θανάτου

Μετάγγιση
Στις φλέβες σου στάλα στάλα
                                     να πέφτει η αγάπη
                    αίμα το αίμα αδελφώνοντας
έτσι που στο λευκό ορίζοντα
                         ν’ αχνοφαίνεται η άνοιξη

Πως αλλιώς αφού
                  καταμεσής στο καταχείμωνο
                   μυρίζει ο έρωτας την άνοιξη;
Πως αλλιώς αφού
              η ανθισμένη αμυγδαλιά
                        μοσχοβολάει υποσχέσεις;

Έτσι λοιπόν, νοσοκομείο Ευαγγελισμός
κι εμείς να σπρώχνουμε μες στο χιονιά
       το έλκηθρο ελπίζοντας στην άνοιξη
Πως αλλιώς αφού υπόσχεση ζωής
                     είναι ο έρωτας της άνοιξης;

                                    Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Με τα φτερά των ανεμόμυλων


Με τα φτερά των ανεμόμυλων  

Ολημερίς κτίζω γερούς ανεμόμυλους
         να παλέψω μαζί τους
                                            στο ηλιοβασίλεμα
Έτσι γεννιέται ο ποιητής
             αλαφροΐσκιωτος στο φεγγαρόφωτο
να αιχμίζει στο μαρμαρένιο αλώνι
                  τις σκιές των φοβερών γιγάντων

Έτσι γεννιέται ο ποιητής
                                        μες το ηλιοβασίλεμα
στα φωσφορίζοντα κόκκαλα
                                   της σφαγμένης ελπίδας
που αιμορραγεί πεσμένη στα πόδια
                            της καθημερινής διάψευσης

Κόκκινο τριαντάφυλλο το ασυμβίβαστο
                                                  στο στήθος μου
γι’ αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το χρέος μου,
πάντα μες το σκοτάδι το κουβαλώ ατόφιο
                            ολονυχτίς,  ως το ξημέρωμα

Δεν αγοράζω ληγμένες υποσχέσεις
δεν ανταλλάσσω με θάμβος
                             ούτε ικμάδα της ψυχής μου
Έτσι ολόρθος και φεγγαρόπληκτος
        μάχομαι τις φτερωτές των ανεμόμυλων 

Αφού έχω τόσο ανάγκη να μάχομαι
                                                          για μια ιδέα
καβαλάω τους δράκους τ’ ουρανού
ν’ αγναντεύω
                  στην περισπωμένη του λυκαυγούς
τη διαλεκτική να κουβαλάει το αυτονόητο  
Ως τότε όμως σύντροφε
                              χρωστάμε πολύ αίμα ακόμα

                                            Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Και το νησί οφθαλμαπάτη


Και το νησί οφθαλμαπάτη  

Κάποτε έκτισε έναν κόσμο
αλλά ψάχνει την υπόστασή του
                                                   στον κάμπο
στην άγρια βλάστηση
                     και το τραγούδι των πουλιών   
Στο ποτάμι που ρέει
            πάντα ίδιο κι ωστόσο διαφορετικό

Κάποτε έκτισε έναν κόσμο
Στην αρχέγονη μνήμη του καλά κρυμμένη
                        η γοητεία του άγριου ζώου
το φρέσκο αίμα
      κι η γλυκιά γεύση του ώριμου καρπού

Κάποτε έζησε σ’ ένα κόσμο
με την αιωνιότητα κλεισμένη σ’ ένα μήλο
και τη γυναίκα να το κρατάει
                                          στην παλάμη της
Με τη γυναίκα
να του προσφέρει πόνο
              κι αυτός να καταλαβαίνει έρωτα
                             αναστάσιμο και ζείδωρο

Κάποτε έκανε ένα ταξίδι
με το αεράκι να τραγουδάει νοσταλγία
       και το πανί του φουσκωμένο όνειρα
για πέρα απ’ τον κάμπο
                        εκεί που το ποτάμι οδηγεί
στο πάντα αέναο και το μελλοντικό
Στη θάλασσα
                και το νησί που τον προσμένει
Κάποτε πίστεψε σ’ ένα νησί
Με το κύμα να παφλάζει
            και τ’ όνειρο πουλί που ταξιδεύει

Κάποτε έκτισε κι αυτός έναν κόσμο
Κάποτε αγάπησε κι αυτός έναν κόσμο
Γι’ αυτό γαντζωμένος
                        στο βράχο της ακτής
                                                αντιστέκεται
Η παλίρροια έρχεται να τον πάρει
               για τον νησί της αμεριμνησίας
                        και το νησί οφθαλμαπάτη
Μόνο η θάλασσα υπάρχει
εκεί ακριβώς που θα χαθεί
                   εκεί ακριβώς που γεννήθηκε

Κάποτε κι αυτός έζησε σ’ έναν κόσμο
               κι ο κόσμος του οφθαλμαπάτη
Η παλίρροια τον φθάνει
αλλά αυτός ακόμα κολυμπάει
                                                     νοσταλγεί
Αχ! Πόσο βαθιά αγάπησε
                                     τις αυταπάτες του!

                                    Γιάννης Ποταμιάνος