Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Το σκοτάδι είναι φίλος


Το σκοτάδι είναι φίλος  

Το σκοτάδι είναι φίλος μου
Έτσι κάθε βράδυ σε βαθύ πηγάδι ψηλαφώ
Εκεί στην ιλύ του βυθού,
                                στα ιζήματα  του καιρού,
ψάχνω θησαυρισμένα τιμαλφή,
                                         μέρες λαμπηδόνες,
                              και πρόσωπα αγαπημένα  

Το σκοτάδι είναι φίλος μου
Τη νύχτα  το ενδοφώς φωτίζει  
                 ό,τι η μέρα κρύβει στις σκιές της
Τη νύχτα η βάσανος,
                τη νύχτα και η κάθαρση
                         για ν’ αλλάξει ρότα στη ζωή

Το σκοτάδι είναι φίλος μου
                                         όπως το άγνωστο
κι ο φόβος απ’ το ακατανόητο
                                                της μοίρας μου
Ακριβώς εκεί βρίσκω την ανθρωπιά μου,
   αφού εκεί θρυμματίζεται η έπαρσή μου
κι  απλώνω το χέρι μου,
              ζητιάνος ταπεινός, στο απερινόητο

Η νύχτα είναι φίλος
Μέσα απ’ το σκοτεινό πηγάδι της
                                            κοιτάζω τ’ άστρα
κι ανίσχυρος σαν σκώληκας
               συρρικνώνομαι  στο λαγούμι μου

Έτσι λοιπόν εγώ ο περήφανος μπεχλιβάνης   
                                                      της ημέρας,
ταπεινωμένος
απ’ τον χρυσορρήμονα λόγο
                                               της νυχτοσύνης,
 στέργω την αναπόφευκτη θνητότητά μου
κι απλώνω το χέρι μου στους αδύνατους
                                    και τους αδικημένους

Η νύχτα είναι φίλος
όταν ξαγρυπνάς σ’ εξαγνίζει
                 κι όταν ονειρεύεσαι σε ταξιδεύει


                                   Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ο γητευτής


Ο γητευτής   

Λυγερόκορμη,
           τίναξε το κεφάλι δεξιά – αριστερά
                            ανεμίζοντας τη χαίτη της
Σγουρός καταρράκτης
      στον μαρμαρόγλυπτο λαιμό της
                                                       τα μαλλιά
Πρόκειται σίγουρα για καθαρόαιμο άτι
                                                        σκέφτηκε
Έτσι που περπατάει ηδονικά  
                              και τη ζηλεύει ο άνεμος
Θα μπορούσε, ώρες ολόκληρες
                          να ρουφάει τ’ άρωμά της,
να θαυμάζει το μισάνοιχτο κοράλλι
                                             των χειλιών της

Κάθισε ακίνητος, μην την τρομάξει,
                όπως εκείνα τα όμορφα πουλιά
που καθισμένα στο κλαδί τους
                                                  στοχάζονται,
και στο πρώτο άγνωστο ίσκιο που περνά
                                      πετάνε τρομαγμένα

Θα μπορούσε ίσως η νύχτα
                       να συνωμοτήσει στο όνειρο
Θα μπορούσε το φεγγάρι
                    να τάξει ασημένια μονοπάτια
Θα μπορούσε ακόμα
                  να βοηθήσει και η γραμματική
ν’ αποχτήσουν νόημα
                                 οι ακατάληπτες λέξεις
                      που βγήκαν απ’ τα χείλη του
Αλλά μόνο ο θεός έρωτας θα μπορούσε
να οδηγήσει  το μετέωρο χέρι του
                               για να βρει το δικό της

Δίστασε
Πρόκειται για ατίθασο άτι ψιθύρισε,
                       χρειάζεται τον γητευτή του
Τόλμησε!
Κι από τότε όλη τη νύχτα,
                                  όπως και κάθε νύχτα,
τριάντα χρόνια τώρα της κρατά το χέρι
                               διαβάζοντας ποιήματα
και καλπάζουν μαζί
                                 στους ονειρόκαμπους

                                    23 Νοεμβρίου 2017

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ευωχία


Ευωχία
Σαν βράσει το κρασί ολόξανθο
                     σαν ήλιος του Αυγούστου
Έρχονται τα βράδια
                   και πίνει ο μεροκαματιάρης
Κι αυτό κυλάει σαν γάργαρο ρυάκι
στα μέσα σπλάχνα τα ενδότερα
                  στα κύτταρα του εγκεφάλου
όπου ακονίζει μνήμες
                               κι ανασταίνει έρωτες
για να κυλάει κρυφά το δάκρυ
Ένα χυμός απ’ το παλιάμπελο
                        να φέρνει τέτοια ευωχία
Ένας χυμός και να πνίγεται ο πόνος
                                                  αύτανδρος
Ένα  ευωδιαστό νεράκι
          που κάνει θεριό το γέροντα
                                για να νικάει το χάρο
Εβίβα κι απόψε
      να ξεφύγουμε απ’ το αόρατο τίποτα
                               που μας παραμονεύει
στη μυρουδιά του γιασεμιού
             και στη μαρμαρυγή των άστρων
Αχ όμορφε κόσμε που τρέφεις όνειρα
                                               στα καπηλειά
κερνώντας περιώνυμο κρασί το θάνατο

                                  Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Στο εκκρεμές του χρόνου


Στο εκκρεμές του χρόνου

Κι όσο η καρδιά ξεδιψάει
                            στο νάμα του ονειρόβραχου,
                 η νόηση διψάει θάμβος στοχασμού
Μα όσο η μικρή αμφιβολία διαστέλλεται
          κι ετοιμάζεται να βεβηλώσει το πάνθεο,
φόβος και μυστήριο διχάζουν τη βεβαιότητα

Ώσπου η τόλμη σπάει το τσόφλι του παλιού
                      να τιτιβίσει ο νεοσσός τραγούδι
Και το φεγγάρι που συνήθως εκπέμπει
                                                          μυστήριο
ξεσηκώνει θυμωμένο κύμα
                                   στη νυχτολάγνα άβυσσο
αυθάδες να ορμάει στο βράχο του αδιανόητου 

Κι όταν οι απονενοημένοι της απόγνωσης
                                         σκευωρούν υποταγή
και σε μελαγχολική κατάνυξη
                                        ψιθυρίζουν συντριβή,
επικαλούμενοι αρχαίους πολιτισμούς
                                                  και προφητείες
Οι τολμητίες εραστές της ζωής
οιακίζουν ύπαρξη
                                   στ’ ανοιχτά του ερέβους
και γεύονται βλύσμα ζωοφόρο
               απ’ το ερωτικό κορμί της Αφροδίτης
Έτσι για να σπαρταράει ο γαλαξίας
                       εκσπερματώνοντας αυτογνωσία
που πάει να πει,
              πως δεν γλιτώνει κι’ αυτός το θάνατο
όπου κατατείνει
                         ως τη δεύτερη μεγάλη έκρηξη

Προς τι λοιπόν ο στοχασμός
                  όταν ολημερίς μηρυκάζεις θάνατο,
απλώς ρεύεσαι θανατίλα
             και βρωμάει το χνώτο σου απόγνωση

Έτσι δυο λέξεις υπάρχουν μονάχα:
                                              ζωή και θάνατος,
όλες οι άλλες απλώς αιωρούνται στο
                                       εκκρεμές του χρόνου,
                      στη διαδρομή ύπαρξη ανυπαρξία


                                         Γιάννης Ποταμιάνος

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Βλύσμα αφωνίας


Βλύσμα αφωνίας

Ζωή είναι η αμείλικτη στέρηση
        που διαστέλλει τα δευτερόλεπτα
                                     σε μικρές αιωνιότητες,
σαν  πυρπολεί ο Ίμερος τ’ αλαβάστρινα
                                      κορμιά των κοριτσιών

Ζωή είναι το σιωπηλό μας δέος
                       μπρος στην ωρυγή των άστρων,
η αθωότητα που ενυπάρχει στο φόνο
                                               του σαρκοβόρου,
Ζωή είναι η χαρά του ψαρά
                                            για το γεμάτο δίχτυ
που μέσα του ασπαίρει  του ψαριού
                                    η ασημένια η απόγνωση

Εγώ που κλέβω την αφοσίωση  
                            απ’ τα μάτια του σκύλου μου
κι αλαργεύω στα διψασμένα λιβάδια
              να δρέψω στη στέρηση τη χαρμολύπη,
Εγώ ο δραγάτης που φυλάει την άμπελο
                               με τα σαββατιανά σταφύλια
Εγώ που μεταρσιώνω το φόβο σε όνειρο
      στο χειμωνιάτικο προσκέφαλο της ερημιάς
Εγώ σας λέω λοιπόν, πως ζωή
                                  είναι το χαροποιόν πένθος,
το βλύσμα της αφωνίας μας  
                         μπρος στην ουράνια φωτοχυσία

Σας  λέω ακόμα
πως Ζωή είναι τ’ όνειρο που φωτίζει
                     της νόησης τα δύσβατα μονοπάτια,
ώστε αργοναύτης της διαλεκτικής
ανάμεσα στις συμπληγάδες των αντιθέσεων                                                                                  
                                                          ατσάκιστος
να γαληνεύω
        στον ουρανόχαρο γλυκασμό  της χαραυγής 
                                                       

Έτσι που σαν ξεμωραμένη αμυγδαλιά
                                                    λευκοντυμένος
άγγελος χρυσορήμονας
                               να ευαγγελίζομαι την άνοιξη

                                            Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Ο Τελευταίος σταθμός


Ο Τελευταίος σταθμός

Το ταξίδι δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς
                                                    τα βράδια
Η θάλασσα πότισε το πετσί σου
                            κι έφτασε ως την ψυχή
Μα όσο κι αν διαρκέσει το ταξίδι
                         όσο κι αν είναι γλυκόλαλο
                         το τραγούδι των Σειρήνων
η επιστροφή στην Ιθάκη
                                   είναι αναπόφευκτη

Απόλαυσε λοιπόν
                        τον τελευταίο σου σταθμό
     στη χώρα των ναυσίκλυτων Φαιάκων
Ευτυχώς η δόξα σου ταξιδεύει
                            γρηγορότερα από σένα
την τραγουδάει ο Δημόδοκος
                              στα βασιλικά τραπέζια

Απόλαυσε λοιπόν τον ωραίο επίλογο,
   σε καλοδέχτηκαν οι αγχίθεοι Φαίακες

Δεν χρειάζεται πια να φοβάσαι  
                                                   την ομίχλη,
τους κύκλωπες
                          και τα θαλάσσια τέρατα
Τα απήδαλα πλοία των Φαιάκων
          ξέρουν καλά το δρόμο της Ιθάκης
τον διαβάζουν στα μονοπάτια
                                         της παλάμης μας

Γι αυτό σου λέω
όσο κι αν το ταξίδι δεν σ’ αφήνει
                            να κοιμηθείς τα βράδια,
τώρα που σταμάτησαν να φυσούν
                                                      οι άνεμοι,
ένα ωραίο τέλος
                    έχει κι αυτό μια κάποια αξία

Απόλαυσε λοιπόν
                        τον τελευταίο σου σταθμό
δεν χρειάζεται οβολός για το
                   απήδαλο πλοίο των Φαιάκων
Γαλήνευσε,
πόσους πια κινδύνους
           μπορεί να κρύβει μια μικρή Ιθάκη;

                                     25 Οκτωβρίου 2017
                                    Γιάννης Ποταμιάνος


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Ο αρχέγονος επιβήτορας

   
Ο αρχέγονος επιβήτορας   

Κούρνιασε στο βλέμμα ο πανικός
                               κι η καρδιά ασπαίρει
Του μοναχικού ζώου η ερημιά  
                                     την όραση οξύνει
Έτσι που βόσκω ερημοχαρής υπάρχω
                           κι αφού υπάρχω γράφω

Βλέπω μακριά τα σύννεφα
                        να σαρκώνουν καταιγίδα
Γι αυτό αφήνω το αλεξικέραυνο
                                   και ξύνω το μολύβι
Έτοιμος να ιερουργήσω έκσταση
                    στο ζιγκ ζαγκ του Κεραυνού

Τρέχουν αλαφιασμένα τα ηλεκτρόνια
κι έρχεται κόμπος στο λαιμό
                       και στην πλάτη ανατριχίλα
Μέγας επιβήτορας
        ο αρχέγονος ηλεκτρισμός
                        γονιμοποιεί το μαύρο έλος,

Αντιλαλούν στο αρχιπέλαγος
                                   οι κεραύνιες βροντές
εκσπερματώνει ο κεραυνός   
                                να γεννηθούν τα φύκια
Όταν ρουθουνίζει νεφοσκεπής
                    στον ουρανό ο αγριόταυρος

Ω!  Ήλιε πατέρα της ηλιαχτίδας
            πλέξε σταυροβελονιά
                       τις νουκλεϊκές τετράδες μας
Τάξε ζωή να ψάχνει αέναα
                  ανεξίτηλο νόημα στα ταπεινά
και ταπεινότητα στα μεγάλα
                             όπως ψυχή και θάνατο

Ω! Μάνα Γη κλώσαγε
                                  τη μαύρη λασπουριά
Να κοσκινίζει ο φόνος τη ζωή
                                    να γεννηθεί ο λόγος
Για να χλευάσει η έπαρση το ορατό
         κι ας την χλευάζει απ’ τ’ αστέρια
                                                      το αόρατο

                                     Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Με ευωδία αστερόσκονης


Με ευωδία αστερόσκονης

Με την ευωδιά αστερόσκονης
                  ριζωμένη στα ρουθούνια μου
πλανεύομαι ανέστιος στις παραβολές
                                                    του θεϊκού
Όπου το ουσιώδες εξοστρακίζει
                                                      το τυχαίο
κι η φαντασία καλπάζει
                                   στο σκοτεινό δρυμό

Παρέα με τα ξωτικά 
                            στο φιλιατρό της νύχτας
κουβαλάω στην πλάτη μου φεγγάρι.
              Μετέχω στην αέναη γονιμότητα,
όταν σηκώνεται ο κουρνιαχτός
                       στην χόβολη των γαλαξιών
κι  η μάνα μας η βαρύτητα,
                                  μας τηγανίζει άστρα

Έτσι, όσο η Πούλια η καρπερή
    ανοίγει τα σκέλια της στην αιωνιότητα
κι η Αφροδίτη έκπαγλη φωτίζει   
                           τη μαυρίλα του ερέβους
Διαλαλεί η φύση,  
στην πανάρχαια γλώσσα των πουλιών,
πως τα ποθήματα θα γίνουν περιδέραια
                                                  αστραφτερά
στον κατάλευκο λαιμό της άνοιξης

Γι αυτό κάθε βράδυ η λαγνεία κλωσάει
                          τ’ αυγά της αναγέννησης
στο θάμβος της ομορφιάς
                                και μας ομνύει έρωτα


                                        Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Στη μουσική της νύχτας

  
Στη μουσική της νύχτας  

Η φλυαρία των φύλλων τα μεσάνυχτα
                                    ουράνια μουσική
Στολισμένη με πετράδια
            αστροφώτιστου ουρανού
                                                     και δέος
Ποια γλυκόλαλα τροπάρια
                   μου ψέλνει απόψε ο τρόμος

Αιχμίζει την οίηση το δέος
                           στα ξέφωτα των φύλων
καθώς παραφυλάει η ματιά
                          το ουρανοτάξιδο καράβι
Φλυαρεί η νύχτα μελανοστάλακτη
      σαν μελανοφορούσα γραία
                                       στο κατώφλι της  
και τα νυχτοπούλια ψάλτες ύμνου
                                          ανενυπνίαστου

Είναι πολύ λυπημένη απόψε
                                   η φωνή του Γκιώνη
Και η φωνή του τσακαλιού  
              στη στάνη των αμνών
                                 σκορπάει ανατριχίλα  
Όμως εσύ δίπλα μου,
με μια αχτίδα φεγγαριού στο μέτωπο                                                
           υπόσχεσαι νυχτομάχο γλυκασμό

Αχ πόση απόγνωση, φόνο,
     ενοχή και  έρωτα κελαηδάει
                                 η μουσική της νύχτας
                 

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Τα τριζόνια


Τα τριζόνια  

Θυμάσαι που το βράδυ πετούσαμε
                                            χέρι με χέρι
πάνω απ’ τις κορυφές των δένδρων;
Από τότε ένας λύκος ουρλιάζει
                                            στο φεγγάρι
κλαίει και θυμάται
πως ανέμιζαν στα μαλλιά σου
                  άνεμοι χειμέριοι της μοίρας
μην φοβάσαι τις σταγόνες της βροχής
δάκρυα είναι που στραγγίζουν
                                                    μνήμη
κι αυτά τα τριζόνια στο μυαλό μου
                                           είναι τύψεις
για τα καράβια που έφυγαν
                                            χωρίς εμάς
Έτσι σε κάθε βουνοκορφή
                                        που ανεβαίνω
με χαιρετάει η θάλασσα
    λυπημένη για το ταξίδι που δεν έγινε

                              Γιάννης Ποταμιάνος


Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Εγώ θα περάσω απέναντι


Εγώ θα περάσω απέναντι 

Ας μην ξέρω κολύμπι
             εγώ θα περάσω απέναντι
Πες μου εσύ για τις βάρκες
                                   που ξέμειναν
καταμεσής στο πέλαγος
Πες μου εσύ για τους ανέμους
     που δεν φυσάνε τα πανιά μας
Πες μου για τα θαλάσσια τέρατα
    για Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
για χώρες επικίνδυνες
για βράχους
             που τσακίζουν ποντοπόρα 
Όλοι ξέρουμε πια τους φόβους
που γεμίζουν τις στεριανές ψυχές
Γι’ αυτό κι εγώ
                      ας μην ξέρω κολύμπι,
καβάλα στο δελφίνι       
                      θα περάσω απέναντι

                            Γιάννης Ποταμιάνος


Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Νέοι καιροί


Νέοι καιροί  

Τι φωνάζει αυτός ο θεματοφύλακας
από το βήμα, ωρυόμενος
                 καθαρότητα κι ορθοδοξία;
Τα στίφη των νέων
         που περνούν δίπλα του
                                           τον αγνοούν
Κρυμμένα  στο χώμα  
         τα διαμάντια περιμένουν
                                           ακατέργαστα
Πώς να ζωστούν με τα παλιά άρματα
                                      οι νέοι μαχητές 
Νέοι πόλεμοι, νέα όπλα  
Ας σκύψει επιτέλους στο χώμα
                                          ο κρονόληρος
      να μαζέψει τα πολύτιμα πετράδια  
Κι ας τα φωτίσει με αυγινό φως
                                                 ανέσπερο
Μήπως και λάμψει η μέρα μας
                                                 αλλιώτικα

                                Γιάννης Ποταμιάνος