Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Με ευωδία αστερόσκονης


Με ευωδία αστερόσκονης

Με την ευωδιά αστερόσκονης
                  ριζωμένη στα ρουθούνια μου
πλανεύομαι ανέστιος στις παραβολές
                                                    του θεϊκού
Όπου το ουσιώδες εξοστρακίζει
                                                      το τυχαίο
κι η φαντασία καλπάζει
                                   στο σκοτεινό δρυμό

Παρέα με τα ξωτικά 
                            στο φιλιατρό της νύχτας
κουβαλάω στην πλάτη μου φεγγάρι.
              Μετέχω στην αέναη γονιμότητα,
όταν σηκώνεται ο κουρνιαχτός
                       στην χόβολη των γαλαξιών
κι  η μάνα μας η βαρύτητα,
                                  μας τηγανίζει άστρα

Έτσι, όσο η Πούλια η καρπερή
    ανοίγει τα σκέλια της στην αιωνιότητα
κι η Αφροδίτη έκπαγλη φωτίζει   
                           τη μαυρίλα του ερέβους
Διαλαλεί η φύση,  
στην πανάρχαια γλώσσα των πουλιών,
πως τα ποθήματα θα γίνουν περιδέραια
                                                  αστραφτερά
στον κατάλευκο λαιμό της άνοιξης

Γι αυτό κάθε βράδυ η λαγνεία κλωσάει
                          τ’ αυγά της αναγέννησης
στο θάμβος της ομορφιάς
                                και μας ομνύει έρωτα


                                        Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Στη μουσική της νύχτας

  
Στη μουσική της νύχτας  

Η φλυαρία των φύλλων τα μεσάνυχτα
                                    ουράνια μουσική
Στολισμένη με πετράδια
            αστροφώτιστου ουρανού
                                                     και δέος
Ποια γλυκόλαλα τροπάρια
                   μου ψέλνει απόψε ο τρόμος

Αιχμίζει την οίηση το δέος
                           στα ξέφωτα των φύλων
καθώς παραφυλάει η ματιά
                          το ουρανοτάξιδο καράβι
Φλυαρεί η νύχτα μελανοστάλακτη
      σαν μελανοφορούσα γραία
                                       στο κατώφλι της  
και τα νυχτοπούλια ψάλτες ύμνου
                                          ανενυπνίαστου

Είναι πολύ λυπημένη απόψε
                                   η φωνή του Γκιώνη
Και η φωνή του τσακαλιού  
              στη στάνη των αμνών
                                 σκορπάει ανατριχίλα  
Όμως εσύ δίπλα μου,
με μια αχτίδα φεγγαριού στο μέτωπο                                                
           υπόσχεσαι νυχτομάχο γλυκασμό

Αχ πόση απόγνωση, φόνο,
     ενοχή και  έρωτα κελαηδάει
                                 η μουσική της νύχτας
                 

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

Τα τριζόνια


Τα τριζόνια  

Θυμάσαι που το βράδυ πετούσαμε
                                            χέρι με χέρι
πάνω απ’ τις κορυφές των δένδρων;
Από τότε ένας λύκος ουρλιάζει
                                            στο φεγγάρι
κλαίει και θυμάται
πως ανέμιζαν στα μαλλιά σου
                  άνεμοι χειμέριοι της μοίρας
μην φοβάσαι τις σταγόνες της βροχής
δάκρυα είναι που στραγγίζουν
                                                    μνήμη
κι αυτά τα τριζόνια στο μυαλό μου
                                           είναι τύψεις
για τα καράβια που έφυγαν
                                            χωρίς εμάς
Έτσι σε κάθε βουνοκορφή
                                        που ανεβαίνω
με χαιρετάει η θάλασσα
    λυπημένη για το ταξίδι που δεν έγινε

                              Γιάννης Ποταμιάνος


Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Εγώ θα περάσω απέναντι


Εγώ θα περάσω απέναντι 

Ας μην ξέρω κολύμπι
             εγώ θα περάσω απέναντι
Πες μου εσύ για τις βάρκες
                                   που ξέμειναν
καταμεσής στο πέλαγος
Πες μου εσύ για τους ανέμους
     που δεν φυσάνε τα πανιά μας
Πες μου για τα θαλάσσια τέρατα
    για Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες
για χώρες επικίνδυνες
για βράχους
             που τσακίζουν ποντοπόρα 
Όλοι ξέρουμε πια τους φόβους
που γεμίζουν τις στεριανές ψυχές
Γι’ αυτό κι εγώ
                      ας μην ξέρω κολύμπι,
καβάλα στο δελφίνι       
                      θα περάσω απέναντι

                            Γιάννης Ποταμιάνος


Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Νέοι καιροί


Νέοι καιροί  

Τι φωνάζει αυτός ο θεματοφύλακας
από το βήμα, ωρυόμενος
                 καθαρότητα κι ορθοδοξία;
Τα στίφη των νέων
         που περνούν δίπλα του
                                           τον αγνοούν
Κρυμμένα  στο χώμα  
         τα διαμάντια περιμένουν
                                           ακατέργαστα
Πώς να ζωστούν με τα παλιά άρματα
                                      οι νέοι μαχητές 
Νέοι πόλεμοι, νέα όπλα  
Ας σκύψει επιτέλους στο χώμα
                                          ο κρονόληρος
      να μαζέψει τα πολύτιμα πετράδια  
Κι ας τα φωτίσει με αυγινό φως
                                                 ανέσπερο
Μήπως και λάμψει η μέρα μας
                                                 αλλιώτικα

                                Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Θρηνολογεί ο Γκιώνης


Θρηνολογεί ο Γκιώνης

Με οσμίζεται ο τυμβωρύχος
                 όπως λαγωνικό το θήραμά του
Ψάχνει μέσα μου βαθιά
                           για ίχνη αδιόρατα, παλιά
μισοσβησμένα απ’ τη σκόνη του καιρού
Μ’ ένα μαστίγιο που κροταλίζει
                     τα λουριά του, με ξελεπιάζει
πώς να ξεφύγεις άλλωστε
που να κρυφτείς σε μια κάμαρη
                                                     μονάχος;

Μόνο ο ύπνος μου ιαματικός
                         με αρπάζει σ’ ένα σύννεφο
πάνω από βουνοκορφές γαλάζιες,
πέραν των οριζόντων μου
             σε ρουμάνια καταπράσινα
                        π’ ανθοφορούν οι κερασιές
Μόνο ο ύπνος μου ευωδερός
                            με αποθέτει νυμφολάγνο
στα μαρμαρόγλυπτα πόδια κοριτσιού  
να ανασαίνω αγριολούλουδο
                στο σκιερό δέλτα των μηρών της

Τότε ωραιόψυχος
Σε στάση εμβρυακή αφουγκράζομαι
                           κλάμα γοερό και πένθιμο
απ’ τα χαμένα μες την πόλη
                              κουτάβια ένστικτά μου
Πριν το μαστίγιο του λόγου
           μάθει να κροταλίζει λέξεις
                  που να ξεσκίζουν τη δορά μου
Πριν ο σεπτός ομοούσιος,
                                       αδηφάγος αδελφός
χώσει το νυστέρι της εκμετάλλευσης
                               βαθιά στο κόκκαλό μου

Γι’ αυτό πάει καιρός που φόρεσα
                                 της νύχτας το χιτώνα
και διωγμένος αντάρτης περιφέρομαι
                                                απροσκύνητος
να ζω σαν νυχτερίδα,
αφού η νύχτα είναι πιο αξιόπιστη
                                                     απ’ τη μέρα
έτσι που τα φαντάσματα εύκολα
                          διαβαίνουν τα περάσματα
αφού οι σκοποί μισοκοιμούνται
                                                    στο σκοτάδι

Έτσι όταν οι πτήσεις στο φεγγαρόφωτο
                                 καλούν τα νυχτοπούλια
κι αδελφοκτόνος, αιμοστάλακτος
                                   θρηνολογεί ο Γκιώνης
Εγώ ο ωραιόψυχος
                               μες τις σκιές της νύχτας
ψάχνω για τα χαμένα όνειρα μου


                                       Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ψελλίζοντας ανατολή


Ψελλίζοντας ανατολή

Άγρια κύματα σκοτεινά, βυσσοδομούν
                                στους μαύρους βράχους
των άλλων οι απαιτήσεις
Καθισμένος σ' ένα βράχο φαγωμένο
                 αγναντεύω το ταξίδι των πουλιών
Αλώβητος ουδέποτε υπήρξα
                                   στους παλιούς καιρούς
και στους νέους καιρούς φωτοφόρος
                           ήλπιζα να ψελλίζω ανατολή
Συνυπεύθυνη δεν μοιάζει, αν και είναι,
                                                          η ιστορία
στις αιμοσταγείς διαψεύσεις
                                      των μειδιαμάτων μου
Όταν σηκώνω τη γροθιά και απαιτώ
                     μακροημέρευση των πόθων μου
Άγρια κύματα σκοτεινά βυσσοδομούν
Μα εγώ καθισμένος στο φαγωμένο βράχο
                   αγναντεύω το ταξίδι των πουλιών
Και προσμένω στους ανέμους,
                  κάποτε, να φέρουν πίσω τα πουλιά


                                     Γιάννης  Ποταμιάνος

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Το μπαλόνι


Το μπαλόνι 

Μ’ ένα μπαλόνι ανεβαίνω μοναχικός
                                                στον ουρανό
Στέκομαι και κοιτώ τις βουνοκορφές
                              καταμεσής των βράχων
Βλέπω ένα κόκκινο ρόδι να ροβολάει  
               ανάμεσα στα ματωμένα σύννεφα
                                                του δειλινού

Μ’ ένα μπαλόνι ανεβαίνω
                        να ταξιδεύω με το σύννεφο
ν’ αγναντεύω  
στους πέρα κάμπους αυτό που έρχεται
                                                 από μακριά
                  κι οι άλλοι δεν βλέπουν ακόμα
  
Άλαλος ατενίζω τη γραμμή  
                                            των οριζόντων   
πέρα στους λόφους
       όπου βόσκουν σιωπηλά τα φυτοφάγα  
και θυελλόμορφος ρουθουνίζει
                                                     ο ταύρος
Μυρίζω στα άνθη της πορτοκαλιάς
               της μέλισσας την ευγνωμοσύνη
αγναντεύω τη θάλασσα
                            και νοσταλγώ τον κάμπο

Εκεί ακριβώς με βρίσκει  
         αυτό που μπήκε μέσα μου
                                         με το πρώτο φως
που σκίρτησε με τον πρώτο μου έρωτα
αυτό που αρνείται να υποταχθεί
                                                     στο χρόνο
το αναλλοίωτο,
που γεννιέται και μ’ ακολουθεί
                                                      παντοτινά
  
Κι όσο ταξιδεύω στον γαλάζιο ουρανό
                ή κάθομαι στη ράχη της βροχής,
κι όσο ταξιδεύω στους κάμπους
                                          και στις θάλασσες
ή σε χώρες μαγικές κι όμορφες πολιτείες
Εγώ πάντα  ελπίζω 
πως θα βρω λίγο βάλσαμο
                                 για την παλιά πληγή μου

                                       Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Σαν κλωνάρι λυγαριάς

   
Σαν κλωνάρι λυγαριάς   

Τρέμει το κορίτσι
                            σαν κλωνάρι λυγαριάς
πώς να μην τρέμει
            με τόση προσμονή
                                          στο στήθος του

Τρέμει το κορίτσι αναριγά
Μια θάλασσα φουσκωμένη
                     γλύφει τα πόδια της ακτής
                                                       αναριγά
Ο άνεμος
ακονίζει  τα νύχια του γεροντόβραχου
του Άτλαντα που σηκώνει
                                         στις πλάτες του
ένα νησί, ολόγυμνο
             που φλέγεται σε ήλιο ανελέητο

Τρέμει το κορίτσι στον άνεμο
                             στο κύμα ανατριχιάζει
Τρέμει κι εγώ το ψάχνω
το κορίτσι,
                 το τρέμουλο την ανατριχίλα
Το ψάχνω παντού
     στην άμμο με τα κρινάκια
          στους βράχους με τα κυκλάμινα
                    στον ουρανό με τα πουλιά

Είναι καιρός τώρα
που ψάχνω παντού το κορίτσι,
την άμμο, τους βράχους τα κυκλάμινα
                        τον ουρανό με τα πουλιά

Κάθε βράδυ σαν βγαίνει το φεγγάρι
και μεριάζει ο αέρας τις κουρτίνες μου,
ψάχνω στον ασημόχαρο ουρανό
στο κορίτσι, στο τρέμουλο,
                         στην ανατριχίλα, ψάχνω
την χαμένη αρετή
                          που την είπανε αμαρτία

                            Γιάννης Ποταμιάνος



Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Νυμφόληπτος στο φεγγαρόφωτο


Νυμφόληπτος στο φεγγαρόφωτο   

Άσε το χέρι σου να πιάσει το δικό μου
                 μην είσαι σκληρή μαζί μου απόψε
Σήμερα έχει φεγγαρόφωτο
                                             στο παραθύρι μου
                             κι εγώ σε νοστάλγησα πολύ

Να ξέρεις η δική μας μοίρα είναι γραμμένη
                                             στο φεγγαρόφωτο
       και στο μονότονο του τζίτζικα τραγούδι
Κι απόψε ποιος ξέρει μπορεί
                                         και να μας πλανέψει

Γι’ αυτό κρατώ κρυφά στο χέρι μου
                                                  ένα καθρεφτάκι
και στο στήθος μου σφίγγω
                              το φυλακτό της μάνας μου
 Έτσι που όταν θα φανείς
                                 στου κρεβατιού την άκρη
να ρίξω μια κρυφή ματιά, μπας
                             κι είσαι της φαντασίας μου
Γιατί μπορεί εσύ να το αρνιέσαι,
μα του φεγγαριού οι ακτίνες
                                    φωτίζουν τα φτερά σου

Μην είσαι σκληρή μαζί μου απόψε
Θα μπορούσα να κλείσω
                                         σφιχτά τα μάτια μου
και να σου μιλώ ως το πρωί γι αγάπη
Έχει φεγγαρόφωτο απόψε
  κι η μοναξιά δείχνει τ’ ασημένια νύχια της
Γι αυτό άσε το χέρι σου
                                       να πιάσει το δικό μου
Κι αν είσαι της φαντασία μου δεν πειράζει
ας ονειρευτούμε μαζί στο φεγγαρόφωτο,
                                     έχει πανσέληνο απόψε

                                    6 Σεπτεμβρίου 2017

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Αργυρώνητοι ηγεμονίσκοι

    
Αργυρώνητοι ηγεμονίσκοι    

Αργυρώνητοι ηγεμονίσκοι
                             παρέδωσαν την άμπελο
Βυσσοδομούν οι εισβολείς
Τοκογλύφοι τρυγάνε
                             τα τσαμπιά των ονείρων
Η άμπελος της χαράς λεηλατήθηκε
Μόνο οι πικροδάφνες παραμένουν
                                                    ανθισμένες
Κι όσες αμυγδαλιές
                           καρπίζουν πικραμύγδαλα
Ο ιδρώτας και to αίμα μας θησαυρίζεται
                    στα σκοτεινά σεντούκια τους

Μα όσο κι αν κροταλίζει ο βούρδουλας
          η ηχώ του επιστρέφει ως κεραυνός
Και θα ‘ρθει υετός θυμωμένος
                                                    σε δρολάπι
να γκρεμίσει τ’ ακροκέραμα
                               των δημοσίων κτηρίων

 Είναι νόμος στα γαμψά νύχια
                 να βλασταίνουν τριαντάφυλλα
Η άνοιξη θα ‘ρθει
τα πουλιά και τα δένδρα
                  να συνδράμουν τα όνειρά μας

Μα οι ανοιχτές πληγές που κλείνουν
                                             αφήνουν ουλές
έτσι για να θυμούνται οι νέοι
ποιοι πάλεψαν
                      για την ομορφιά του κόσμου

Κι εσύ σύντροφε μελισσοκόμε
                           φρόντιζε τις κυψέλες σου
Να γίνει η Πόλις μελίσσι βουερής χαράς
                                 για όλους τους πολίτες

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Οψιφανής νοσταλγία

  
Οψιφανής νοσταλγία  

Αίμα από γαρύφαλλο στο πέτο
Σε καλεί η νοσταλγία μου
                         στον κάμπο με τις λεμονιές
Στο ασημένιο στήθος σου δυο φεγγάρια
                                  μοσχοβολάνε γιασεμί

Μη αργείς
ο Αύγουστος καβάλα στ’  άλογό του
                                                   ξεμακραίνει
Κι ο Σεπτέμβρης
                        όπως ο καφές «ναι και όχι»

Μην αργείς ζεστή η βραδιά
                            και το φιλί θέλει φεγγάρι
Το χέρι μου άδεια φωλιά
                         για το μικρό σου περιστέρι
Κι οι λέξεις μου σαστισμένα πουλιά
                                      απ’ το πολύ γαλάζιο
Το κεφάλι σου στον ώμο μου
               μου ψιθυρίζεις στ’ αυτί
                                   τ’ όνειρο που βλέπεις

Αίμα από γαρύφαλλο στο πέτο
                ολοκαύτωμα στη νοσταλγία μου
Ας ξεμακραίνει ο Αύγουστος
                                   καβάλα στ’ άλογό του,
το στήθος μου θησαύρισε
                             πολλή απ’ την αγάπη σου
Κι όπως το παλιό κρασί ωρίμασε
                                  οψιφανής η νοσταλγία

Μην αργείς ο Αύγουστος ξεμακραίνει
κι ο Σεπτέμβρης αβέβαιος
                                   πατάει σε δυο βάρκες

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Τυφλός δίκης οφθαλμός


Τυφλός δίκης οφθαλμός

Αγκομαχάει η ζωή 
                καθώς τραβάει την ανηφόρα
Θρυμματίζονται τα όνειρά μας
       στις συμπληγάδες της ματαίωσης
Δύσβατα τα μονοπάτια
                        και πώς να τα διαβούμε
Η απόγνωση τρυπάει τις φλέβες
Ζητείται επειγόντως
              έστω μια ψευδαίσθηση
                                                     αγάπης
Πάει καιρός
που το ρόπτρο της διάψευσης
                         μας χτύπησε την πόρτα
που μπήκε και γαντζώθηκε
                                            στο νταβάνι
                               το μαύρο φάντασμα
Μας λοιδορεί
ένας τυφλός, δίκης οφθαλμός,
               που τιμωρεί χωρίς να βλέπει,
που στέκει αμίλητος σαν ενοχή
                                       και μας κοιτάζει

                                Γιάννης Ποταμιάνος