Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ελλοχεύοντας λαμπηδόνες

    
Ελλοχεύοντας λαμπηδόνες    

Δίπλα στο μαξιλάρι μου ξάπλωσε
                        και πάλι αυτός ο θηρευτής
           κρατώντας στο χέρι του μια απόχη
Στο παράθυρο το φεγγάρι τηλαυγές
                                του γνέφει καλησπέρα
Τι γυρεύει πάλι αυτός  ο ουρανοδίφης
                              ξαπλωμένος δίπλα μου;

Πάνοπλος μ’ απόχη, δόκανο και παγίδες
             ελλοχεύει να πιάσει λαμπηδόνες
όμως ο παφλασμός της νύχτας κοιμίζει
                                         την ενάργειά του

Τι να σου λέω τώρα για την αμετροέπεια
                         νεκρά θάλασσα δίχως ζωή 
Κι αυτός κρατάει γερά τη λαγουδέρα
      ελπίζοντας στην τύρβη του πελάγους
Τόσα και τόσα βράχια τον απειλούν
   κι αυτός να θέλγεται από την τρικυμία

Δίπλα στο μαξιλάρι μου τον ψηλαφώ
ορέγομαι το πρόσωπό του
                                       και το νοσφίζομαι
Έτσι διπλόψυχος στη μοναξιά, πάνοπλος
με δόκανα και παγίδες ελλοχεύω
             ολονυχτίς να πιάσω λαμπηδόνες

Τι να σου λέω για την έμπνευση
                        κατακαλόκαιρο στην κοίτη
                                       ενός ξεροπόταμου
με δίπλα μου αυτόν τον κομπορρήμονα
Άφησέ τον στην τύρβη του μυαλού του
                 και στον ορυμαγδό των λέξεων
και σίγουρα θα τον ξαναβρείς το πρωί
πάνοπλο μ’  άδεια απόχη, δόκανο
                             παγίδες κι άγραφο χαρτί
κι ίσως στο καλάθι του
  κάποιες λέξεις αργυρές να σπαρταράνε
Μικρή η ψαριά του απόψε
                    μήγαρις και φταίει η νηνεμία;

                            Γιάννης Ποταμιάνος


Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Εξόδιον μέλος


Εξόδιον μέλος  

Αυτή η ακολουθία
                              αν και μηδενική συγκλίνει
Πέτρα την πέτρα, βήμα το βήμα
                                    κατά μήκος καλντερίμι
Κι αυτή να φτερουγίζει
                         κατά την χαίνουσα χαράδρα

Αυτή η ακολουθία ακάθιστη
           προχωράει βήμα το βήμα στο μηδέν
Και το μηδέν απερινόητο και άφατο
                               κι όμως όριο αξεπέραστο

Πώς να χωρέσεις το πολυδιάστατο άπειρο
                                      στο αδιάστατο μηδέν
Κι όμως αυτός ο δρεπανοφόρος άγγελος
                                 τα καταφέρνει μια χαρά
Καθώς εσύ βήμα το βήμα
                                  νοσφίζεσαι το όριό σου
Αυτή η ακολουθία τείνει στο μηδέν
      κι η τραγωδία άδει το εξόδιο μέλος της

Τέλος Μαΐου, να ξεψυχάει η άνοιξη
                                         στις μωβ ταξιανθίες
κι αυτό το ηλιοβασίλεμα να ξεχειλίζει
                          μελίρρυτη νοσταλγία νιότης


                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Απέναντι


ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Όσοι μόχθησαν στη ζωή
κι ο ιδρώτας στόλισε το καθάριο μέτωπό τους
Με συνθήματα στους δρόμους διεκδικούν:
Δικαίωμα στη δουλειά οι εργαζόμενοι
Δικαίωμα στη ζωή η νέοι
Δικαίωμα στην αξιοπρέπεια οι συνταξιούχοι
Κι ΑΥΤΟΙ που κάποτε πορεύτηκαν μαζί μας
Τώρα από ΑΠΕΝΑΝΤΙ
μας συμπονούν και μας σκοτώνουν
Πως τους λυπάμαι που κοιτάζουν αλλού
όταν συναντούν στο δρόμο
τους παλιούς συντρόφους τους

Γιάννης Ποταμιάνος




Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Γαληνεύοντας

   
Γαληνεύοντας   

Κάθε πρωί αφήνει το πρόσωπό του
                στην είσοδο ενός μεγάλου κτηρίου
φοράει στο πέτο του την πινακίδα
                                              με τον αριθμό του
και μπαίνει, οπλισμένος τη σιωπή
                                   στη γραμμή παραγωγής
το βράδυ παίρνει πίσω τη φωνή του
                                          και το πρόσωπό του
                        με μερικές ρυτίδες παραπάνω
και γυρνάει στη φυλακή του καναπέ του

Κάθε βράδυ ταξιδεύει
                                 σε φανταστικές πολιτείες
σε εξωτικές παραλίες
                                        με όμορφες γυναίκες
Αλλά κάπου εκεί
                        στην εικονική πραγματικότητα
                             χάνει ξανά το πρόσωπό του
Μόνο κάποια απροσδιόριστα όνειρα
                             τον ξυπνούν αργά το βράδυ
κι ιδρωμένος
            ψηλαφίζει με αγωνία τις ρυτίδες του
Ένας ψίθυρος βγαίνει τότε απ’ τα χείλη του
«Πολλά τα χαμένα πρόσωπά μου
                         πολλά τα χαμένα όνειρά μου»

Και τότε
    κάτι βαθύτερο κι απ’ την αυτοσυντήρηση
                                                        τον κυριεύει,
κάτι πέρα κι απ’ τη γαλήνη, φτιαγμένο
                   από μικρές πολύχρωμες ψηφίδες                                 
που όμως μοιάζει ομοιογενές και ενιαίο
                          αυτονόητο όπως το παράλογο
Εύοσμο όπως ένα τριαντάφυλλο
            που μοιράζει απλόχερα Ελπίδα
                                             πέραν του θανάτου

Έτσι μια τελευταία ανάσα πριν το νήμα
       ερωτεύεται τον άγνωστο προορισμό του
και ελεύθερος πλέον της αγωνίας
            βρίσκει ξανά το χαμένο πρόσωπό του

Πως αλλιώς αφού
Πέραν της αυτοσυντήρησης και της υποταγής
φυσούν οι αέρηδες
                        στα αρχιπελάγη της ελευθερίας; 


                                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η Κερυνίτιδα έλαφος

  
Η Κερυνίτιδα έλαφος 

Κυνηγημένος εισχώρησα
                        στο δάσος με τα λίγα ξέφωτα
                              εκεί ψάχνω τους ανέμους
Κι ο λόγος μου χαρταετός πολύχρωμος
                               ανεμίζει τα πτερύγιά του,
κι όμως πέραν της οίησής του,
όσο πετάει,
   παραμένει σφιχτά δεμένος
                            στο σχοινί που του δόθηκε

Τίποτα, έστω και αποξηραμένο
                        δεν απέμεινε στο δισάκι μας
ούτε καν δαμάσκηνο να φιλέψουμε
                                   τους καλεσμένους μας

Κάθε χρόνο ορειβάτες, ανεβαίνουμε
                                    κι όμως δεν βλέπουμε
                                        πίσω απ’ τις κορφές 
Τα βουνά κρύβονται απ’ του εγώ μας
                                                 την ψηλάφηση

Γι αυτό όπως ο τυφλός
                                 ανιχνεύω το χωρόχρονο
                                   με το λευκό μπαστούνι
και του μυαλού μου
                               τα εικαστικά τεχνάσματα
Μα όσο κι αν επιμένω
         το αόρατο δεν ευδοκιμεί στα ξέφωτα

Γι αυτό είμαι έτοιμος να εισχωρήσω
                                 στον άγνωστο πευκώνα,
έστω τυφλός, με το λευκό μπαστούνι μου
έως ότου το θαλάσσιο κύμα
                                                  μου ψιθυρίσει
το χιλιόχρονο μυστικό που η θάλασσα
                                       κρύβει στο βυθό της

Πως εγώ, ο τυχαίος ανθός της άνοιξης
                                      θα γονιμοποιώ εσαεί
                φθινοπωρινούς καρπούς ανάγκης

Έτσι λοιπόν, εγώ ο εισελαύνων
                                     θηρευτής και θήραμα
στα ψυχρά αστρολίβαδα
                                   αναζητώ την ψυχή μου,
την Κερυνίτιδα Έλαφο
                                   με τα χρυσά της κέρατα

Έτσι λοιπόν,
                      εγώ ο Αργοναύτης του χρέους
θαλασσοδέρνομαι αναζητώντας  
                                     το χρυσόμαλλο δέρας
                          που φυλάνε οι χίλιοι δράκοι

                                    Γιάννης Ποταμιάνος